Η αύξηση των αποδείξεων ότι η προ- και η μετά-γεννητική έκθεση στο άγχος επιδρούν στην υγεία κατά τα μετέπειτα στάδια της ζωής ενός ατόμου έχει προσελκύσει την ολοένα και αυξανόμενη προσοχή της επιστημονικής κοινότητας.
Ένα μέρος αυτής της υπόθεσης ξεκίνησε με τις επαναλαμβανόμενες υποδείξεις του David Barker το 1998 ότι τα μωρά που είχαν χαμηλό βάρος κατά την γέννηση τους συγκέντρωναν μεγαλύτερες πιθανότητες να πάσχουν κατά το στάδιο της τρίτης ηλικίας τους από καρδιακές παθήσεις, έμφραγμα και διαβήτη.
Αρχικά ο Barker υπέθεσε ότι αντιμετώπιζε μία επίδραση, στο βάρος κατά την γέννηση, της κακής διατροφής της εγκυμονούσας γυναίκας κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης. Όμως , μελέτες που διεξήχθησαν σε χώρες με υψηλό βιοτικό επίπεδο και αντίστοιχα υψηλό κατά κεφαλήν εισόδημα, έδειξαν μία μάλλον μικρή πιθανότητα σύνδεσης μεταξύ του βάρους κατά την γέννηση και της διατροφής κατά την εγκυμοσύνη.
Το μητρικό άγχος κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης εμφανίζεται πλέον ως μία πιο πιθανή εξήγηση του φαινομένου. Μητέρες που απέκτησαν μωρά με χαμηλό βάρος βίωναν μία μάλλον αγχωτική εγκυμοσύνη και επίσης υφίστανται και έχουν αναγνωριστεί ποικίλα επιστημονικά «μονοπάτια» που συνδέουν το μητρικό άγχος με την μείωση της ανάπτυξης του εμβρύου.
Εργαστηριακά πειράματα αποδεικνύουν ότι τα ζώα που εκτίθενται σε στρεσογόνους παράγοντες κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης τους αποκτούν τελικά συγκριτικά μικρότερους «απογόνους».
Επιπροσθέτως, τα ευρήματα του Phillips το 2000 ότι το βάρος κατά την γέννηση σχετιζόταν με τα επίπεδα κορτιζόλης στην μέση ηλικία υποδεικνύει ότι η σύνδεση μεταξύ του πρώιμου σταδίου της ζωής και της ασθένειας κατά την μετάβαση στα μετέπειτα στάδιά της σχετίζεται με το βίωμα του άγχους (Richard Wilkinson, 2001)