Archive for Δεκέμβριος, 2011


Είναι ευρέως παραδεκτό στην ιατρική επιστημονική και ερευνητική κοινότητα ότι το χρόνιο άγχος, ο θυμός και τα εν γένει αισθήματα απογοήτευσης και απαισιοδοξίας χειροτερεύουν το επίπεδο υγείας και προκαλούν αρτηριοσκλήρωση και καρδιακές παθήσεις.

Οι επιστήμονες πλέον προσανατολίζονται στην επεξήγηση των αισθημάτων χαράς, αισιοδοξίας και ευτυχίας για τον προσδιορισμό του καλού επιπέδου υγείας. Οι μετρήσεις αυτές δεν είναι εύκολο να πραγματοποιηθούν καθώς αποτελούν υποκειμενικά φαινόμενα και πρέπει να κατασκευαστούν ειδικές κλίμακες μέτρησης «ευτυχίας», για τα υποκείμενα της έρευνας. Επίσης, είναι δύσκολο το εγχείρημα της απομόνωσης των άλλων θετικών παραγόντων όπως η συχνή σωματική άσκηση και η διακοπή του καπνίσματος.

Σε μία διαμήκη έρευνα  πάντως, η Kubzansky η οποία μελέτησε περισσότερους από 6000 άντρες και γυναίκες ηλικίας 25 έως 74 ετών που παρακολουθήθηκαν για 20 χρόνια, τα αποτελέσματα ήταν πρωτοφανή: βρέθηκε ότι η συναισθηματική ενάργεια – η αίσθηση δηλαδή ενθουσιασμού, αισιοδοξίας, συμμετοχής και δέσμευσης, και η ικανότητα αντιμετώπισης των αγχογόνων παραγόντων της καθημερινής ζωής με μία εν γένει συναισθηματική σταθερότητα – εμφανίζεται να μειώνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων.

Μήπως έφθασε η ώρα να υπερβούμε το στενό δίπτυχο της σωστής διατροφής και συχνής σωματικής άσκησης, και να βρούμε τρόπους να χαλαρώνουμε και να απολαμβάνουμε πραγματικά τις μικρές χαρές της ζωής; Η βιολογία των συναισθημάτων αποτελεί έναν νέο δρόμο για την αποκάλυψη των καλά κρυμμένων μυστικών της υγείας και της μακροζωίας.

Πηγή: Harvard School of Public Health: «The biology of emotion—and what it may teach us about helping people to live longer»

Advertisements

AITIA KAI EΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

Τα τελευταία χρόνια το θέμα της επαγγελματικής εξουθένωσης έχει απασχολήσει ειδικούς και ερευνητές οι οποίοι έχουν εντοπίσει ότι το μεγαλύτερο κίνδυνο διατρέχουν οι επαγγελματίες που εργάζονται στο χώρο της υγείας. Το θέμα αυτό έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για τους επαγγελματίες υγείας διότι μπαίνουν στο επάγγελμα με μια ιδεαλιστική αντίληψη ότι είναι «λειτούργημα» και «αποστολή» ενώ καταλήγουν να εργάζονται κάτω από απαιτητικούς περιορισμούς.
Αυτοί και πολλοί άλλοι παράγοντες συντελούν στο να είναι οι επαγγελματίες υγείας ευάλωτοι στην επαγγελματική εξουθένωση.
Ένας από τους ευρύτερα αποδεκτούς ορισμούς κατά τον Αναγνωστόπουλο και την Παπαδάτου είναι: «ένα σύνδρομο σωματικής και ψυχικής εξάντλησης στα πλαίσια του οποίου ο εργαζόμενος χάνει το ενδιαφέρον και τα θετικά συναισθήματα που είχε για τους αρρώστους ή πελάτες, παύει να είναι ικανοποιημένος από τη δουλειά και την απόδοσή του και αναπτύσσει μια αρνητική εικόνα για τον εαυτό του».
Τα βασικότερα αίτια της επαγγελματικής εξουθένωσης αναζητούνται στη δυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ ατόμου και περιβάλλοντος. Όταν αυτά που δίνει και ζητά ο επαγγελματίας δεν συμπίπτουν με όσα απαιτεί και προσφέρει το εργασιακό περιβάλλον, τότε εμφανίζεται ένα χάσμα, μια ανισορροπία ή ασυμφωνία και αυξάνονται οι πιθανότητες εμφάνισης στρεσσογόνων καταστάσεων που συμβάλλουν σε ένα χρόνιο άγχος το οποίο προοδευτικά οδηγεί στην επαγγελματική εξουθένωση.
Το ΒURN OUT του επαγγελματία υγείας δεν εμφανίζεται ξαφνικά και δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός αλλά αντίθετα αποτελεί μια σταδιακή διαδικασία που χαρακτηρίζεται από χρόνιο και συσσωρευμένο στρές. Θα μπορούσε να θεωρηθεί μία μορφή επαγγελματικής ασθένειας καθώς σύμφωνα με τον Κρεμάλη «Επαγγελματική ασθένεια είναι η οξεία ή χρόνια νοσηρή κατάσταση του ασφαλισμένου από βλαβερή επίδραση ενός επαγγέλματος, που μειώνει ή αποκλείει τη βιοποριστική του ικανότητα». Αυτό δεν έχει αντίκτυπο μόνο στους επαγγελματίες υγείας αλλά και στους πελάτες και στις υπηρεσίες.
Για τον επαγγελματία υγείας τα συμπτώματα του BURN OUT γίνονται αντιληπτά και εκδηλώνονται σε οργανικό, ψυχικό και κοινωνικό επίπεδο. Η εξουθένωσή του προκαλεί φυσική και συναισθηματική κατάθλιψη, γενική αδιαθεσία, συναισθήματα απόγνωσης και έλλειψη ελπίδας για το μέλλον, πονοκεφάλους, χρόνια κόπωση. Επίσης μπορεί να δημιουργήσει και προσωπικά προβλήματα, όπως χρήση ουσιών και αλκοόλ ή οικογενειακές συγκρούσεις
Για τους ασθενείς το BURN OUT δημιουργεί απρόσωπες και χωρίς φροντίδα υπηρεσίες Για την δομή υπηρεσίας υγείας το BURN OUT καταλήγει σε ανεπαρκείς και αναποτελεσματικούς επαγγελματίες υγείας, χαμηλό ηθικό, αδικαιολόγητες απουσίες και παραιτήσεις.
Αναρτήθηκε από ΝΤΟΥΝΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ στις 11:14 μ.μ. 
Οι φτωχές γυναίκες συγκεντρώνουν μεγαλύτερες πιθανότητες να εισαχθούν σε νοσοκομείο με καρδιακή ανεπάρκεια, ακόμη και όταν λαμβάνονται υπόψιν έτερα μέτρα υγείας και γενικής ευημερίας, σύμφωνα με νέα διαμήκη έρευνα που κατέδειξε ότι οι γυναίκες που δεν ολοκλήρωσαν το λύκειο διέτρεχαν μεγαλύτερο κίνδυνο από εκείνες που το ολοκλήρωσαν και συνέχισαν σε ανώτερες βαθμίδες εκπαίδευσης.
Ο Δρ. Harlan Krumholz, καρδιολόγος στην Σχολή Ιατρικής του Yale στο New Haven της Αμερικής, δήλωσε χαρακτηριστικά ότι το γεγονός αυτό στοιχειοθετεί μία διπλή απειλή.
«Θα πρέπει να αντεπεξέλθουν στις δυσμενείς κοινωνικές συνθήκες, και όταν τα άτομα αρρωσταίνουν υπό τέτοιες συνθήκες, η κατάστασή της υγείας τους βαίνει ολοένα και χειρότερη. Θα πρέπει να προσπαθήσουμε να παρέμβουμε εγκαίρως ώστε να προλάβουμε αυτές τις καταστάσεις’’ δήλωσε χαρακτηριστικά.
Η έρευνα συμπεριέλαβε στο δείγμα της περίπου 26.000 υγιείς γυναίκες στο ηλικιακό στάδιο μετά την εμμηνόπαυση οι οποίες ήταν μέλη της Πρωτοβουλίας για την Γυναικεία Υγεία του Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας των Η.Π.Α. Στην αρχή της έρευνας οι γυναίκες μελετήθηκαν ως προς το επίπεδο υγείας και τις συνήθειες του τρόπου ζωής, καθώς και ως προς το οικογενειακό εισόδημα και την ανώτερη ολοκληρωμένη βαθμίδα εκπαίδευσης.
Κάθε έξι μήνες για τα επόμενα οκτώ χρόνια, μία ερευνητική ομάδα με επικεφαλής την Δρ.Rashmee Shah του Ιατρικού Κέντρου Cedars-Sinai στο Los Angeles ήλεγξε τα ιατρικά αρχεία των γυναικών ώστε να καθοριστεί ποιές από αυτές εισήχθησαν σε νοσοκομείο με καρδιακή ανεπάρκεια.
Συνολικά, παρατηρήθηκαν 663 περιπτώσεις καρδιακής ανεπάρκειας, σύμφωνα με την αναφορά των ερευνητών στο Περιοδικό του Αμερικανικού Κολλεγίου Καρδιολογίας.
Κάθε χρόνο, ένας μέσος όρος 57 στις 10.000 γυναίκες με ετήσιο οικογενειακό εισόδημα μικρότερο των 20.000$ εισήχθη σε κλινική με αίτιο την καρδιακή ανεπάρκεια. Συγκριτικά, μόλις 17 στις 10.000 γυναίκες με ετήσιο οικογενειακό εισόδημα που υπερέβαινε τα 50,000$ εισήχθησαν σε κλινικές με την ίδια αιτιολογία.
Όταν οι ερευνητές εξέτασαν την μεταβλητή της φυλής, τους υποκείμενους παράγοντες υγείας και την συνήθεια του καπνίσματος και της κατανάλωσης αλκοόλ,οι γυναίκες που βρίσκονταν στην χαμηλότερη εισοδηματική κλίμακα εξακολουθούσαν να εμφανίζουν ένα υψηλότερο ποσοστό 56% κινδύνου εκδήλωσης καρδιακής ανεπάρκειας από τις πλουσιότερες γυναίκες.
Επιπρόσθετα, οι γυναίκες που δεν ολοκλήρωσαν την δεύτερη βαθμίδα εκπαίδευσης εμφάνιζαν υψηλότερη πιθανότητα κατά 21% από τις απόφοιτες κολλεγίου εισαγωγής σε κλινική με την ίδια αιτιολογία.
Η ερευνητική ομάδα συμπέρανε ότι οι δύο κυριότεροι προσδιοριστικοί παράγοντες αυξήμενου ρίσκου καρδιακών παθήσεων στις φτωχές γυναίκες μπορεί να είναι η χαμηλότερη πρόσβαση σε προληπτική φροντίδα και η χαμηλότερη συχνότητα επισκέψεων και επικοινωνίας με γιατρούς με σκοπό την κατανόηση των κινδύνων που ελλοχεύουν για την υγεία.
Η Δρ. Shah δήλωσε ότι οι γειτονιές στις οποίες διαβιούν οι γυναίκες μπορεί να παίξουν επίσης ρόλο στον κίνδυνο εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας – για παράδειγμα εάν η γειτονιά είναι ασφαλής και εάν υπάρχουν μανάβικα σε κοντινή απόσταση.
Σχετκά με τις φτωχές γηραιότερες γυναίκες δήλωσε χαρακτηριστικά: ‘’Το μεγάλο μήνυμα που πρέπει να λάβουμε τώρα είναι ότι αναγνώριζουμε μία ομάδα που βρίσκεται σε κίνδυνο και βαίνει ολοένα και αυξανόμενη’’.
Ο Δρ. Krumholz, ο οποίος δεν αποτέλεσε μέλος της ερευνητικής ομάδας, δήλωσε ότι τα ευρήματα της έρευνας αποτελούν μία πρόκληση για τους γιατρούς ώστε να προβούν σε μεγαλύτερη προσπάθεια με στόχο να προλαμβάνουν τις καρδιακές ασθένειες, μέσω της έγκαιρης αναγνώρισης συμπτωμάτων όπως η υψηλή αρτηριακή πίεση σε φτωχότερους ασθενείς.

Πηγή: Reuters Health

             Οι περισσότερες έρευνες στο πεδίο της διατροφής έχουν αποδείξει μέχρι στιγμής την εμφάνιση διατροφικών διαταραχών στο στάδιο της εφηβικής ηλικίας του ατόμου. Στο εύθραυστο δηλαδή στάδιο της ζωής μας όπου οι ψυχολογικές, κοινωνικές και ενδογενείς πιέσεις γίνονται εντονότερες από ποτέ. Συνέχεια