Οι φτωχές γυναίκες συγκεντρώνουν μεγαλύτερες πιθανότητες να εισαχθούν σε νοσοκομείο με καρδιακή ανεπάρκεια, ακόμη και όταν λαμβάνονται υπόψιν έτερα μέτρα υγείας και γενικής ευημερίας, σύμφωνα με νέα διαμήκη έρευνα που κατέδειξε ότι οι γυναίκες που δεν ολοκλήρωσαν το λύκειο διέτρεχαν μεγαλύτερο κίνδυνο από εκείνες που το ολοκλήρωσαν και συνέχισαν σε ανώτερες βαθμίδες εκπαίδευσης.
Ο Δρ. Harlan Krumholz, καρδιολόγος στην Σχολή Ιατρικής του Yale στο New Haven της Αμερικής, δήλωσε χαρακτηριστικά ότι το γεγονός αυτό στοιχειοθετεί μία διπλή απειλή.
«Θα πρέπει να αντεπεξέλθουν στις δυσμενείς κοινωνικές συνθήκες, και όταν τα άτομα αρρωσταίνουν υπό τέτοιες συνθήκες, η κατάστασή της υγείας τους βαίνει ολοένα και χειρότερη. Θα πρέπει να προσπαθήσουμε να παρέμβουμε εγκαίρως ώστε να προλάβουμε αυτές τις καταστάσεις’’ δήλωσε χαρακτηριστικά.
Η έρευνα συμπεριέλαβε στο δείγμα της περίπου 26.000 υγιείς γυναίκες στο ηλικιακό στάδιο μετά την εμμηνόπαυση οι οποίες ήταν μέλη της Πρωτοβουλίας για την Γυναικεία Υγεία του Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας των Η.Π.Α. Στην αρχή της έρευνας οι γυναίκες μελετήθηκαν ως προς το επίπεδο υγείας και τις συνήθειες του τρόπου ζωής, καθώς και ως προς το οικογενειακό εισόδημα και την ανώτερη ολοκληρωμένη βαθμίδα εκπαίδευσης.
Κάθε έξι μήνες για τα επόμενα οκτώ χρόνια, μία ερευνητική ομάδα με επικεφαλής την Δρ.Rashmee Shah του Ιατρικού Κέντρου Cedars-Sinai στο Los Angeles ήλεγξε τα ιατρικά αρχεία των γυναικών ώστε να καθοριστεί ποιές από αυτές εισήχθησαν σε νοσοκομείο με καρδιακή ανεπάρκεια.
Συνολικά, παρατηρήθηκαν 663 περιπτώσεις καρδιακής ανεπάρκειας, σύμφωνα με την αναφορά των ερευνητών στο Περιοδικό του Αμερικανικού Κολλεγίου Καρδιολογίας.
Κάθε χρόνο, ένας μέσος όρος 57 στις 10.000 γυναίκες με ετήσιο οικογενειακό εισόδημα μικρότερο των 20.000$ εισήχθη σε κλινική με αίτιο την καρδιακή ανεπάρκεια. Συγκριτικά, μόλις 17 στις 10.000 γυναίκες με ετήσιο οικογενειακό εισόδημα που υπερέβαινε τα 50,000$ εισήχθησαν σε κλινικές με την ίδια αιτιολογία.
Όταν οι ερευνητές εξέτασαν την μεταβλητή της φυλής, τους υποκείμενους παράγοντες υγείας και την συνήθεια του καπνίσματος και της κατανάλωσης αλκοόλ,οι γυναίκες που βρίσκονταν στην χαμηλότερη εισοδηματική κλίμακα εξακολουθούσαν να εμφανίζουν ένα υψηλότερο ποσοστό 56% κινδύνου εκδήλωσης καρδιακής ανεπάρκειας από τις πλουσιότερες γυναίκες.
Επιπρόσθετα, οι γυναίκες που δεν ολοκλήρωσαν την δεύτερη βαθμίδα εκπαίδευσης εμφάνιζαν υψηλότερη πιθανότητα κατά 21% από τις απόφοιτες κολλεγίου εισαγωγής σε κλινική με την ίδια αιτιολογία.
Η ερευνητική ομάδα συμπέρανε ότι οι δύο κυριότεροι προσδιοριστικοί παράγοντες αυξήμενου ρίσκου καρδιακών παθήσεων στις φτωχές γυναίκες μπορεί να είναι η χαμηλότερη πρόσβαση σε προληπτική φροντίδα και η χαμηλότερη συχνότητα επισκέψεων και επικοινωνίας με γιατρούς με σκοπό την κατανόηση των κινδύνων που ελλοχεύουν για την υγεία.
Η Δρ. Shah δήλωσε ότι οι γειτονιές στις οποίες διαβιούν οι γυναίκες μπορεί να παίξουν επίσης ρόλο στον κίνδυνο εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας – για παράδειγμα εάν η γειτονιά είναι ασφαλής και εάν υπάρχουν μανάβικα σε κοντινή απόσταση.
Σχετκά με τις φτωχές γηραιότερες γυναίκες δήλωσε χαρακτηριστικά: ‘’Το μεγάλο μήνυμα που πρέπει να λάβουμε τώρα είναι ότι αναγνώριζουμε μία ομάδα που βρίσκεται σε κίνδυνο και βαίνει ολοένα και αυξανόμενη’’.
Ο Δρ. Krumholz, ο οποίος δεν αποτέλεσε μέλος της ερευνητικής ομάδας, δήλωσε ότι τα ευρήματα της έρευνας αποτελούν μία πρόκληση για τους γιατρούς ώστε να προβούν σε μεγαλύτερη προσπάθεια με στόχο να προλαμβάνουν τις καρδιακές ασθένειες, μέσω της έγκαιρης αναγνώρισης συμπτωμάτων όπως η υψηλή αρτηριακή πίεση σε φτωχότερους ασθενείς.

Πηγή: Reuters Health