Οι κοινωνικές ανισότητες στην υγεία βρίσκονται τα τελευταία έτη στο επίκεντρο των συζητήσεων και προβληματισμών σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, διεθνών οργανισμών καθώς και σε αυτό της επιστημονικής κοινότητας.

Το σημείο-κλειδί για την μάχη της αντιμετώπισης των υγειονομικών ανισοτήτων εντοπίζεται στην άρση των οιονδήποτε εμποδίων πρόσβασης στην χρήση των υγειονομικών υπηρεσιών καθώς και στην αύξηση του βαθμού χρήσης των υπηρεσιών υγείας, με ιδιαίτερη εστίαση στις κοινωνικά ευάλωτες ομάδες.

Τα εμπόδια που ορθώνονται απέναντι στην χρήση των υπηρεσιών υγείας είναι πολλά και σημαντικά:  οικονομικά, κοινωνικά, γεωγραφικά, πολιτισμικά, μορφωτικά, και πολλές μελέτες δείχνουν ότι τα συγκεκριμένα «τείχη» συντελούν στην διατήρηση των ήδη υπαρχόντων υγειονομικών ανισοτήτων καθώς και στην επαύξησή τους.

Πολλοί ερευνητές εκλαμβάνουν, πλέον, την κοινωνική θέση ως την θεμελιώδη αιτία προσδιορισμού της υγείας, καθώς η κοινωνική διαφοροποίηση και οι πολλαπλές διαστάσεις ή μεταβλητές της αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για το επίπεδο υγείας και τους τύπους νοσηρότητας σε μία κοινωνία.

Η Έκθεση Black Report στην Μεγάλη Βρετανία ήταν η πρώτη που κατέδειξε ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες οι άνθρωποι ζουν και εργάζονται είναι σημαντικές για τον προσδιορισμό της υγείας και της ασθένειας, με ειδικότερη μνεία στην επίδραση της κοινωνικοεπαγγελματικής κατηγορίας στον προσδιορισμό του επιπέδου υγείας και στην ύπαρξη ανισοτήτων ως προς τους δείκτες νοσηρότητας και θνησιμότητας μεταξύ των κατηγοριών.

Οι γενικότερες συνθήκες διαβίωσης και εργασίας αποτελούν πολύ σημαντικούς προσδιοριστικούς παράγοντες τόσο για την εμφάνιση μεταδοτικών ασθενειών όσο και μη-μεταδοτικών ασθενειών.