Σύμφωνα με σύγχρονες έρευνες τα άτομα που ανεβαίνουν σε υψηλότερες εκπαιδευτικές βαθμίδες τείνουν να έχουν χαμηλότερη συστολική πίεση από τα άτομα χαμηλότερου εκπαιδευτικού επιπέδου. Αυτό ισχύει σε μεγαλύτερο ακόμη βαθμό στις γυναίκες παρά στους άνδρες. Έτσι, σύμφωνα με νέες έρευνες αμερικανών επιστημόνων,  καταδεικνύεται ότι τα άτομα υψηλότερου  επιπέδου τυπικής εκπαίδευσης έχουν χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου.

Παρά την αυξανόμενη πίεση και το άγχος των εξεταστικών περιόδων ,για μαθητές και φοιτητές, όπου η αύξηση της πίεσης είναι περιστασιακή, τα άτομα υψηλότερου εκπαιδευτικού επιπέδου αποφεύγουν μελλοντικούς κινδύνους όπως η κατάθλιψη και το χρόνιο άγχος που σχετίζονται με μία εργασία με χαμηλές αμοιβές και μικρό έως ελάχιστο έλεγχο και ικανοποίηση. Τα άτομα που ολοκληρώνουν την τριτοβάθμια εκπαίδευση και συνεχίζουν στο επίπεδο της μεταπτυχιακής ειδίκευσης τείνουν να είναι πολύ ικανοποιημένοι από την επιλογή του επαγγέλματος που ασκούν, από τις εργασιακές συνθήκες, το επίπεδο των αμοιβών και το συνεπακόλουθα αυξημένο κοινωνικό κύρος.

Το στρες και η παρουσία ή απουσία του αποδεικνύεται έτσι πολύ σημαντικό. Τα άτομα χαμηλού εκπαιδευτικού επιπέδου έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να διαβιούν στα όρια της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, να απασχολούνται σε εργασίες αγχογόνες και εξουθενωτικές τόσο σωματικά όσο και ψυχικά. Το στρες σε συνδυασμό με την εμφάνιση συμπτωμάτων κατάθλιψης αυξάνουν την αρτηριακή πίεση και την συνεπακόλουθη πιθανότητα εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου ή επεισοδίου.

Οι ερευνητές του πανεπιστημίου Μπράουν, με επικεφαλής τον βοηθό καθηγητή Έρικ Λουκς, στη σχετική μελέτη που δημοσίευσαν στο βρετανικό ιατρικό περιοδικό για θέματα δημόσιας υγείας «BMC Public Health», σύμφωνα με το BBC και το Γαλλικό Πρακτορείο, μελέτησαν δεδομένα 30 ετών για περίπου 3.900 άτομα, χωρισμένα σε τρεις κατηγορίες ανάλογα με τα χρόνια εκπαίδευσής τους (κάτω των 12, 13-16 και άνω των 17 ετών).

Οι επιστήμονες συσχέτισαν τη διάρκεια της εκπαίδευσης με το μέσο επίπεδο της συστολικής πίεσης και διαπίστωσαν ότι όσο περισσότερα ήταν τα χρόνια σπουδών τόσο μικρότερη έτεινε να είναι η πίεση. Για παράδειγμα, οι γυναίκες με χαμηλό επίπεδο τυπικής εκπαίδευσης (που δεν είχαν ολοκληρώσει την δευτεροβάθμια εκπαίδευση) είχαν 3,26 mmHg υψηλότερη πίεση σε σχέση με τις γυναίκες που είχαν μεταβεί και ολοκληρώσει υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης (μεταπτυχιακό ή διδακτορικό), ενώ στους άνδρες η αντίστοιχη διαφορά υπήρχε επίσης, αλλά ήταν μικρότερη (2,26 mmHg). Η διαφορά αυτή ίσχυε, αν και σε μικρότερο βαθμό, όταν απομονώθηκαν οι άλλοι προσδιοριστικοί επιβαρυντικοί παράγοντες για την πίεση, όπως το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ, η παχυσαρκία κ.ά.

Τα νέα αυτά στοιχεία ίσως μπορέσουν να εστιάσουν το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας  σε ένα συνδυαστικό  πεδίο επιστημονικής έρευνας. Μπορεί να αποτελέσουν, έτσι, την αφορμή για την διερεύνηση της σχέσης μεταξύ των εκπαιδευτικών ανισοτήτων και των ανισοτήτων στην υγεία, υπό την οπτική του επιπέδου ζωής.

ΠΗΓΗ: http://www.express.gr