Έως τον 19ο αιώνα οι φιλόσοφοι και οι φυσιολόγοι είχαν υπό την εποπτεία τους κάθε τι που αφορούσε την  έρευνα γύρω από την ανθρώπινη ψυχή. To 1879 o καθηγητής Wilhelm Wundt διαχώρισε την ψυχολογία ως ξεχωριστό κλάδο  στο πανεπιστήμιο της Λειψίας ( Mc Leod, 2005 ). H αποξένωση των ανθρώπων από την μια, που είχε συντελεσθεί μετά τον 17ο αιώνα και κατά την νεωτερική περίοδο όπου άνθησε η επιστήμη καθώς και η νεώτερη σκέψη, και η βιομηχανική επανάσταση από την άλλη που είχε συντελεσθεί εκείνο τον καιρό με τις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας για τους περισσότερους, είχαν καταστήσει τους ανθρώπους ελεύθερους μεν αλλά συγχρόνως μοναχικούς ( Μπέγζος, 2005 ) και σαν αποτέλεσμα τις πληθώρες  ψυχικές διαταραχές.

Η ενδοσκόπηση ήταν μια τεχνική που χρησιμοποιήθηκε τότε για να αναπαρασταθεί και να μετρηθεί η συνειδητή εμπειρία του κάθε υποκείμενου. Γρήγορα όμως έγινε αντιληπτό πως οι νοητικές διεργασίες ήταν παραπάνω πολύπλοκες από ότι αρχικά είχε υποτεθεί, επίσης δεν ήταν δυνατή μια αντικειμενική έρευνα πάνω στα ευρήματα, όπως είχε επισημάνει ο Watson, μιας και αυτά ήταν αποκλειστικά υποκειμενικές κρίσεις ( Mc Leod, 2005 · Κωσταρίδου- Ευκλείδη, 1992 ). Ο Watson ( 1913 ), καθώς και ακαδημαϊκοί κύκλοι, θέλησαν να οικοδομηθεί μια επιστημονική μέθοδος για την μελέτη της συμπεριφοράς, σε αντίθεση με την ασαφή και αναπόδεικτη ψυχανάλυση, και εμπνεόμενος από την κλασσική εξαρτημένη αντίδραση του Pavlov, μακριά από τις ασυνείδητες διεργασίες που στηρίζεται η ψυχανάλυση, θεώρησε ότι όλα είναι αποτέλεσμα μάθησης και αν εξακριβώνονταν οι μηχανισμοί που είναι υπεύθυνοι για αυτήν θα μπορούσε μέσω της επαναμάθησης να αντικατασταθούν οι λάθος συμπεριφορές με υγιείς. Υπέθεσε δε πως τα παραπάνω ισχύουν για κάθε ανθρώπινο ον. Αυτός ο συμπεριφοριστικός άξονας ήταν που στηρίχθηκε η γνωσιακή- συμπεριφοριστική παρέμβαση γενικότερα. ( Mc Leod, 2005 · Mαλικιώση- Λοΐζου 2009 ). Το αρχικό αυτό μοντέλο, όπου μια αντίδραση ήταν αποτέλεσμα ενός ερεθίσματος πάνω στο υποκείμενο, ήταν σκληρά αιτιοκρατικό.

Ο συμπεριφορισμός του Watson επηρέασε πολλούς ερευνητές, και έτσι η συμπεριφοριστική προσέγγιση γνώρισε μεγάλη άνθηση τις επόμενες δεκαετίες βάζοντας κάπως στη πίσω γραμμή τους γνωστικιστές. Το μεγάλο του πλεονέκτημα ηταν η άμεση πειραματική του εξακρίβωση όπως και η δυνατότητα πειραματικών ερευνών. Τα ζώα ( π.χ ποντίκια) ήταν πολύ συχνά πειραματικά αντικείμενα και αν αυτό το γεγονός φαίνεται λίγο ιδιότροπο ας ληφθεί υπ όψη ότι πολύ ερευνητές διέμεναν σε αγροτικές περιοχές και είχαν πάντα ζώα τριγύρω τους ( Mc Leod, 2005 ). Το 1950 οι Dollard & Miller προσπάθησαν να συνδέσουν την ψυχαναλυτική θεωρία με τους μηχανισμούς μάθησης. Ο B.F. Skinner 1953 εμφάνισε την θεωρία της συντελεστικής μάθησης, το 1958 ο Wolpe εξέλιξε την κλασσική εξαρτημένη αντίδραση διατυπώνοντας την συστηματική απευαισθητοποίηση και το 1969 ο Bandura προώθησε την σημασιολογία της μιμητικής μάθησης ( Μαλικιώση- Λοΐζου 2009 ).

Κατά την δεκαετία του 70 έγινε αντιληπτό ότι δεν μπορούσε να ερμηνευτεί η κάθε συμπεριφορά με τελείως γραμμικό τρόπο ( αντίδραση μέσω ερεθίσματος που λαμβάνει το υποκείμενο ) και έτσι οι νοητικές διεργασίες μπήκαν και παλι στο προσκήνιο ( Mc Leod, 2005 ). Κατά τα προηγούμενα 30 τουλάχιστον χρόνια οι Piagget, Tolman, Bartlett και άλλοι εξέδωσαν μελέτες όσο αφορά τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι αναπαριστούν γεγονότα ανακαλώντας τα από την μακροπρόθεσμη μνήμη ( Mc Leod, 2005 ).O Α.Ellis ( 1958 )  με την Λογικόθυμική θεραπεία και ο Βeck ( 1976 ) με την Γνωσιακή θεραπεία, σαν κυριότερες ολοκληρωμένες γνωστικές θεωρίες (Μπουλουγούρης, 1998 ) έδωσαν την τελική ώθηση ώστε, αρχικά να αναγνωρισθεί σαν ξεχωριστός κλάδος της ψυχολογίας, και από την άλλη να συμπεριληφθούν στα συμπεριφοριστικά μοντέλα. Στη ερμηνεία της συμπεριφοράς του Kanfer όπως αναφέρεται και αναπαραστάται από την Καλαντζή- Αζίζη δείχνει την σημασιολογία των γνωστικών διεργασιών στην διαμόρφωση της συμπεριφοράς ( Μπουλουγούρης, 1998 ).

Σήμερα με την ανάπτυξη των νευροεπιστημών, της επιγενετικής, και με την παραδοχή της κοινωνικότητας του εγκέφαλου γίνεται σαφής η πολυπλοκότητα της ερμηνείας της συμπεριφοράς. Κάθε πράξη είναι αποτέλεσμα μιας σύνθετης αλληλεπίδρασης του ερεθίσματος, τόσο με τις πτυχές της προσωπικότητας του υποκείμενου που απευθύνεται όσο και με τον άμεσο και έμμεσο περίγυρο του στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή που λαμβάνει χώρα. Όσο αφορά ειδικότερα τον «κοινωνικό εγκέφαλο» και την συνδεσιμότητα των διάφορων εγκεφαλικών ζωνών μεταξύ τους αλλά και με τις αντίστοιχες άλλων προσώπων, μέσω της λειτουργικής μαγνητικής τομογραφίας οι επιστήμονες μπορούν να αποκρυπτογραφήσουν τις περιοχές του εγκέφαλου που ενεργοποιούνται κυρίως κατά την αντίληψη κάποιου ερεθίσματος. Δεν είναι όμως οι νευρωνικές περιοχές αποκομμένες και απομονωμένες από τις υπόλοιπες, λειτουργούν συστημικά, ακόμα και οι μακρινότερες περιοχές εναρμονίζονται για να συμμετάσχουν και αυτές στην διαδικασία ( Goleman, 2006 ).

Ιωάννης Φίλης