Archive for Σεπτεμβρίου, 2012


Η Προώθηση ενός υγιεινού τρόπου ζωής είναι η ενέργεια που θα βελτιώσει το γενικό επίπεδο υγείας  και όχι η «στοχοποίηση» της φρουκτόζης ή της ζάχαρης, σύμφωνα με Ελβετούς επιστήμονες.
«Οι πολιτικές δημόσιας υγείας θα πρέπει να επικεντρωθούν στην προώθηση ενός υγιεινού τρόπου ζωής που να περιλαμβάνει σωματική δραστηριότητα, φρέσκα φρούτα και λαχανικά, και μια μέτρια πρόσληψη θερμίδων, αντί να «στοχοποιεί» την κατανάλωση φρουκτόζης στη διατροφή».
Αυτό είναι το συμπέρασμα από δύο πρόσφατες δημοσιεύσεις ερευνητών του Πανεπιστημίου της Λωζάνης, στην Ελβετία, οι οποίες εξετάζουν την επιστημονική αλήθεια πίσω από τους ισχυρισμούς ότι η φρουκτόζη είναι τοξική.
Η ανάλυση των δύο ερευνών, που δημοσιεύεται στο site του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Πληροφόρησης Τροφίμων (European Food Information Council), αναφέρει ότι πρόσφατα, η φρουκτόζη ήρθε στο επίκεντρο της προσοχής σε μια συζήτηση σχετικά με τις πιθανές δυσμενείς επιπτώσεις των σακχάρων στην υγεία.
Καταρχήν, η φρουκτόζη είναι ένα σάκχαρο που βρίσκεται φυσικά στα φρούτα και το μέλι. Σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης γλυκαντικών προέρχεται από τη σουκρόζη, τη γνωστή «επιτραπέζια ζάχαρη», ενώ υπάρχει και το σιρόπι γλυκόζης-φρουκτόζης, το γλυκαντικό σε υγρή μορφή που χρησιμοποιείται στην παρασκευή των τροφίμων και των ποτών.
Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η φρουκτόζη ή η ζάχαρη μπορεί να μας ενθαρρύνουν να τρώμε περισσότερο επειδή είναι λιγότερο χορταστικές από άλλες θρεπτικές ουσίες, ενδεχομένως αυξάνοντας τον κίνδυνο παχυσαρκίας. Ωστόσο, η σημασία αυτού δεν έχει αποδειχθεί στην πράξη. Οι Ελβετοί συγγραφείς επισημαίνουν ότι το βάρος του σώματος εξαρτάται από την ισορροπία μεταξύ της ενέργειας που καταναλώνεται και δαπανάται. Είναι πιθανό, συνεπώς, ότι οποιαδήποτε επίδραση της φρουκτόζης στο σωματικό βάρος είναι το αποτέλεσμα της συνολικά αυξημένης  πρόσληψης ενέργειας που δεν έχει εξισορροπηθεί με αυξημένη φυσική δραστηριότητα.
Σύμφωνα με τους Ελβετούς ερευνητές, η ιδέα ότι η φρουκτόζη μπορεί να εμπλέκεται στην αυξημένη αποθήκευση λίπους στο ήπαρ βασίζεται κυρίως σε πειράματα με ζώα.
Σε ανθρώπινες μελέτες, θα έπρεπε η κατανάλωση φρουκτόζης να αντιστοιχεί στο 30% της ημερήσιας κατανάλωσης θερμίδων για να αυξηθεί η αποθήκευση λίπους στο ήπαρ, ενώ για χαμηλότερες προσλήψεις δεν υπήρξαν σημαντικές επιδράσεις. Οι ερευνητές επισήμαναν ότι δεν υπάρχουν σήμερα στοιχεία που να συνδέουν τις παθήσεις του ήπατος με την πρόσληψη φρουκτόζης ή  ζάχαρης.
Ο βαθμός που θα μπορούσε η υψηλή κατανάλωση φρουκτόζης να επηρεάσει τον μεταβολισμό εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και από την φυσική δραστηριότητα κάθε ατόμου, επεσήμαναν οι Ελβετοί ερευνητές. Ακόμη, η υψηλή πρόσληψη φρουκτόζης φαίνεται ότι δεν έχει επιπτώσεις στην αύξηση των τριγλυκεριδίων σε άτομα που έχουν έντονη φυσική δραστηριότητα, ενώ στους αθλητές τα σάκχαρα μπορούν να αυξήσουν ακόμη και την απόδοση (εξασφαλίζοντας υψηλά αποθέματα γλυκογόνου στο ήπαρ).
Οι συγγραφείς τονίζουν ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα σχετικά με τις φυσιολογικές επιδράσεις της φρουκτόζης. Και συνιστούν ότι πριν «χτυπήσει συναγερμός» για κάποιο τρόφιμο, οι δημόσιες πολιτικές για την υγεία θα πρέπει να επικεντρώνονται περισσότερο στην ενθάρρυνση υγιεινών τρόπων ζωής, που περιλαμβάνουν σωματική δραστηριότητα, πιο θρεπτική διατροφή και μέτρια πρόσληψη θερμίδων.
Advertisements

Η UNICEF παρουσίασε στα πλαίσια της πρωτοβουλίας «Δέσμευση για την Παιδική Επιβίωση: Η Ανανέωση μιας Υπόσχεσης», νέα στοιχεία που δείχνουν μία πολύ μεγάλη επιτυχία στη μείωση της θνησιμότητας των παιδιών κάτω των 5 ετών για τα τελευταία 20 χρόνια σε παγκόσμιο επίπεδο. Η πρωτοβουλία για τη μείωση της παγκόσμιας παιδικής θνησιμότητας ξεκίνησε μετά τη συνάντηση υψηλού επιπέδου που έγινε τον Ιούνιο του 2012 από τις κυβερνήσεις της Αιθιοπίας, της Ινδίας και των Ηνωμένων Πολιτειών σε συνεργασία με τη UNICEF.

Η εν λόγω πρωτοβουλία επονομάζεται «Πρόσκληση σε Δράση για την Παιδική Επιβίωση» και οι στόχοι της υποστηρίζονται ήδη από περισσότερες από 100 χώρες. Μέσω αυτής της προσπάθειας οι χώρες κινητοποιούνται και ευαισθητοποιούνται προς την επίτευξη του στόχου της μείωσης των θανάτων των παιδιών κάτω των 5 ετών σε όλες τις χώρες σε 20 ή και λιγότερους ανά 1.000 ζώντα νεογνά, μέχρι το 2035.

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, αμέτρητες προσπάθειες σε συνδυασμό με την τεχνολογική πρόοδο είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση των θανάτων των παιδιών κάτω των 5 ετών από σχεδόν 12 εκατομμύρια το 1990 σε 6,9 εκατ. το 2011.

Περίπου 14.000 λιγότερα παιδιά έχαναν τη ζωή τους κάθε ημέρα το 2011 σε σχέση με το 1990. Τα παγκόσμια ποσοστά της θνησιμότητας των παιδιών κάτω των 5 ετών έχουν μειωθεί κατά 41%, από 87 θανάτους ανά 1.000 ζώντα νεογνά το 1990 σε 51 ανά 1.000 το 2011. Ευρύτατα και εκτεταμένη τα οφέλη στη παιδική υγεία: Όλες οι περιοχές του κόσμου έχουν βιώσει αξιοσημείωτες μειώσεις στη θνησιμότητα των παιδιών κάτω των 5 ετών από το έτος 1990.

Η υποσαχάρια Αφρική, αν και υστερεί σε σχέση με τις άλλες περιοχές, έχει επίσης καταγράψει μία σημαντική μείωση της τάξης του 39% αναφορικά με τη θνησιμότητα των παιδιών κάτω των 5 ετών. Η παγκόσμια κοινότητα έχει επίσης κάνει σημαντικά βήματα στην αντιμετώπιση ορισμένων εκ των κυριότερων αιτιών θανάτου των παιδιών.

Οι θάνατοι από ιλαρά έχουν μειωθεί κάθετα και όσον αφορά την πολιομυελίτιδα παρότι ανθίσταται πεισματικά να εξαλειφθεί τα κρούσματά της έχουν πέσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Η γενική πρόοδος δεν εξαλείφει τις υγειονομικές ανισότητες: Ενώ οι τελευταίες δεκαετίες έχουν να επιδείξουν αξιόλογη προόδο και έχουν συντελέσει στο να σωθούν εκατομμύρια ζωές, σχεδόν 19.000 παιδιά κάτω των 5 ετών εξακολουθούν να πεθαίνουν κάθε μέρα, κυρίως από ασθένειες που μπορούν να προληφθούν ή από τη φτώχεια. Ο τέταρτος Αναπτυξιακός Στόχος της Χιλιετίας, για μείωση κατά τα δύο τρίτα της παγκόσμιας θνησιμότητας κάτω 5 ετών μεταξύ 1990 και 2015, διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να χάσει την προθεσμία που πλησιάζει.

Ένα ανησυχητικό χάσμα έχει αναδειχθεί στα ποσοστά επιβίωσης των παιδιών μεταξύ διαφορετικών περιοχών του κόσμου αλλά και στο εσωτερικό των χωρών: Τα παιδιά έχουν διαφορετικές πιθανότητες επιβίωσης από τη μία χώρα στην άλλη αλλά και εντός των ίδιων των χωρών που ζουν. Μπορεί να υπάρχουν μεγάλες διαφοροποιήσεις ανάλογα με το πόσο εύπορες είναι οι οικογένειες, σε σχέση με το αν κατοικούν σε αστικές ή αγροτικές περιοχές, καθώς και με το μορφωτικό επίπεδο των μητέρων.

Οι πληθυσμοί που διαβιούν στην υποσαχάρια Αφρική και η Νότια Ασία, αλλά και οι άνθρωποι που βρίσκονται σε κοινωνικά και οικονομικά μειονεκτική θέση (είτε είναι κοινωνικά περιθωριοποιημένοι είτε κοινωνικά αποκλεισμένοι) στο εσωτερικό των εκάστοτε χωρών, υστερούν σημαντικά στους δείκτες παιδικής θνησιμότητας. Κάθε δύο μήνες, οι ζωές περίπου 1,2 εκατομμυρίων παιδιών κάτω των 5 ετών θα μπορούσαν να σωθούν εάν τα εμβόλια, η επαρκής διατροφή και η βασική ιατρική και μητρική φροντίδα που παρέχεται στα περισσότερα παιδιά και μητέρες στις πλούσιες χώρες, ήταν διαθέσιμα και σε αυτά.

iatrognosi.gr