Category: Υγείας Επιστημονικά


 

Έως τον 19ο αιώνα οι φιλόσοφοι και οι φυσιολόγοι είχαν υπό την εποπτεία τους κάθε τι που αφορούσε την  έρευνα γύρω από την ανθρώπινη ψυχή. To 1879 o καθηγητής Wilhelm Wundt διαχώρισε την ψυχολογία ως ξεχωριστό κλάδο  στο πανεπιστήμιο της Λειψίας ( Mc Leod, 2005 ). H αποξένωση των ανθρώπων από την μια, που είχε συντελεσθεί μετά τον 17ο αιώνα και κατά την νεωτερική περίοδο όπου άνθησε η επιστήμη καθώς και η νεώτερη σκέψη, και η βιομηχανική επανάσταση από την άλλη που είχε συντελεσθεί εκείνο τον καιρό με τις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας για τους περισσότερους, είχαν καταστήσει τους ανθρώπους ελεύθερους μεν αλλά συγχρόνως μοναχικούς ( Μπέγζος, 2005 ) και σαν αποτέλεσμα τις πληθώρες  ψυχικές διαταραχές.

Η ενδοσκόπηση ήταν μια τεχνική που χρησιμοποιήθηκε τότε για να αναπαρασταθεί και να μετρηθεί η συνειδητή εμπειρία του κάθε υποκείμενου. Γρήγορα όμως έγινε αντιληπτό πως οι νοητικές διεργασίες ήταν παραπάνω πολύπλοκες από ότι αρχικά είχε υποτεθεί, επίσης δεν ήταν δυνατή μια αντικειμενική έρευνα πάνω στα ευρήματα, όπως είχε επισημάνει ο Watson, μιας και αυτά ήταν αποκλειστικά υποκειμενικές κρίσεις ( Mc Leod, 2005 · Κωσταρίδου- Ευκλείδη, 1992 ). Ο Watson ( 1913 ), καθώς και ακαδημαϊκοί κύκλοι, θέλησαν να οικοδομηθεί μια επιστημονική μέθοδος για την μελέτη της συμπεριφοράς, σε αντίθεση με την ασαφή και αναπόδεικτη ψυχανάλυση, και εμπνεόμενος από την κλασσική εξαρτημένη αντίδραση του Pavlov, μακριά από τις ασυνείδητες διεργασίες που στηρίζεται η ψυχανάλυση, θεώρησε ότι όλα είναι αποτέλεσμα μάθησης και αν εξακριβώνονταν οι μηχανισμοί που είναι υπεύθυνοι για αυτήν θα μπορούσε μέσω της επαναμάθησης να αντικατασταθούν οι λάθος συμπεριφορές με υγιείς. Υπέθεσε δε πως τα παραπάνω ισχύουν για κάθε ανθρώπινο ον. Αυτός ο συμπεριφοριστικός άξονας ήταν που στηρίχθηκε η γνωσιακή- συμπεριφοριστική παρέμβαση γενικότερα. ( Mc Leod, 2005 · Mαλικιώση- Λοΐζου 2009 ). Το αρχικό αυτό μοντέλο, όπου μια αντίδραση ήταν αποτέλεσμα ενός ερεθίσματος πάνω στο υποκείμενο, ήταν σκληρά αιτιοκρατικό.

Ο συμπεριφορισμός του Watson επηρέασε πολλούς ερευνητές, και έτσι η συμπεριφοριστική προσέγγιση γνώρισε μεγάλη άνθηση τις επόμενες δεκαετίες βάζοντας κάπως στη πίσω γραμμή τους γνωστικιστές. Το μεγάλο του πλεονέκτημα ηταν η άμεση πειραματική του εξακρίβωση όπως και η δυνατότητα πειραματικών ερευνών. Τα ζώα ( π.χ ποντίκια) ήταν πολύ συχνά πειραματικά αντικείμενα και αν αυτό το γεγονός φαίνεται λίγο ιδιότροπο ας ληφθεί υπ όψη ότι πολύ ερευνητές διέμεναν σε αγροτικές περιοχές και είχαν πάντα ζώα τριγύρω τους ( Mc Leod, 2005 ). Το 1950 οι Dollard & Miller προσπάθησαν να συνδέσουν την ψυχαναλυτική θεωρία με τους μηχανισμούς μάθησης. Ο B.F. Skinner 1953 εμφάνισε την θεωρία της συντελεστικής μάθησης, το 1958 ο Wolpe εξέλιξε την κλασσική εξαρτημένη αντίδραση διατυπώνοντας την συστηματική απευαισθητοποίηση και το 1969 ο Bandura προώθησε την σημασιολογία της μιμητικής μάθησης ( Μαλικιώση- Λοΐζου 2009 ).

Κατά την δεκαετία του 70 έγινε αντιληπτό ότι δεν μπορούσε να ερμηνευτεί η κάθε συμπεριφορά με τελείως γραμμικό τρόπο ( αντίδραση μέσω ερεθίσματος που λαμβάνει το υποκείμενο ) και έτσι οι νοητικές διεργασίες μπήκαν και παλι στο προσκήνιο ( Mc Leod, 2005 ). Κατά τα προηγούμενα 30 τουλάχιστον χρόνια οι Piagget, Tolman, Bartlett και άλλοι εξέδωσαν μελέτες όσο αφορά τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι αναπαριστούν γεγονότα ανακαλώντας τα από την μακροπρόθεσμη μνήμη ( Mc Leod, 2005 ).O Α.Ellis ( 1958 )  με την Λογικόθυμική θεραπεία και ο Βeck ( 1976 ) με την Γνωσιακή θεραπεία, σαν κυριότερες ολοκληρωμένες γνωστικές θεωρίες (Μπουλουγούρης, 1998 ) έδωσαν την τελική ώθηση ώστε, αρχικά να αναγνωρισθεί σαν ξεχωριστός κλάδος της ψυχολογίας, και από την άλλη να συμπεριληφθούν στα συμπεριφοριστικά μοντέλα. Στη ερμηνεία της συμπεριφοράς του Kanfer όπως αναφέρεται και αναπαραστάται από την Καλαντζή- Αζίζη δείχνει την σημασιολογία των γνωστικών διεργασιών στην διαμόρφωση της συμπεριφοράς ( Μπουλουγούρης, 1998 ).

Σήμερα με την ανάπτυξη των νευροεπιστημών, της επιγενετικής, και με την παραδοχή της κοινωνικότητας του εγκέφαλου γίνεται σαφής η πολυπλοκότητα της ερμηνείας της συμπεριφοράς. Κάθε πράξη είναι αποτέλεσμα μιας σύνθετης αλληλεπίδρασης του ερεθίσματος, τόσο με τις πτυχές της προσωπικότητας του υποκείμενου που απευθύνεται όσο και με τον άμεσο και έμμεσο περίγυρο του στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή που λαμβάνει χώρα. Όσο αφορά ειδικότερα τον «κοινωνικό εγκέφαλο» και την συνδεσιμότητα των διάφορων εγκεφαλικών ζωνών μεταξύ τους αλλά και με τις αντίστοιχες άλλων προσώπων, μέσω της λειτουργικής μαγνητικής τομογραφίας οι επιστήμονες μπορούν να αποκρυπτογραφήσουν τις περιοχές του εγκέφαλου που ενεργοποιούνται κυρίως κατά την αντίληψη κάποιου ερεθίσματος. Δεν είναι όμως οι νευρωνικές περιοχές αποκομμένες και απομονωμένες από τις υπόλοιπες, λειτουργούν συστημικά, ακόμα και οι μακρινότερες περιοχές εναρμονίζονται για να συμμετάσχουν και αυτές στην διαδικασία ( Goleman, 2006 ).

Ιωάννης Φίλης

Πρώτον, θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε όσους ψήφισαν και εξέφρασαν την άποψή τους, αν και βεβαίως αυτό το mini δημοψήφισμα δεν εγείρει προσδοκίες επιστημονικής εγκυρότητας..

Παρόλα αυτά υπήρχε μία μικρή παγίδα στο συγκεκριμένο poll. Η έννοια της ποιότητας ζωής είναι μία ολιστική έννοια-ομπρέλα η οποία περιλαμβάνει και τις 6 πιθανές απαντήσεις.

Η έννοια της λειτουργικότητας στους κοινωνικούς ρόλους παραπέμπει ευθέως στην λειτουργιστική έννοια της υγείας του Talcott Parsons, ενώ η απουσία χρόνιας πάθησης παραπέμπει στον αρνητικό ορισμό περί υγείας.

Ας μην πολυλογούμε, όμως, άλλο: Τα αποτελέσματα είναι τα εξής:

Ευχαριστούμε όσους στηρίζουν το blog και όσους ενδιαφέρθηκαν για το συγκεκριμένο poll

Τι σημαίνει υγεία για εσάς;

Απάντηση Ψήφοι Percent
Να έχω σωματικές και πνευματικές αντοχές 27 43%
Να έχω καλή ποιότητα ζωής 12 19%
Να έχω ψυχική ευεξία 11 17%
Να μπορώ να είμαι λειτουργικός/ή στους κοινωνικούς μου ρόλους 7 11%
Να μην πάσχω από κάποια χρόνια πάθηση 6 10%
Να είμαι σε φόρμα 0 0%  

Σεξουαλική Υγεία

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ο όρος σεξουαλική υγεία αναφέρεται στην σεξουαλική κατάσταση του ατόμου η οποία συνθέτεται από σωματικές, συναισθηματικές, πνευματικές και κοινωνικές παραμέτρους.

Η σεξουαλική υγεία δεν αφορά μόνο τη σωστή λειτουργία ή υγεία του ατόμου (απουσία νόσου), αλλά και ασφαλείς σεξουαλικές σχέσεις και εμπειρίες.

Αναπαραγωγική Υγεία

Όλα τα ζητήματα σχετικά με το αναπαραγωγικό σύστημα και τις λειτουργίες του, αφορούν την αναπαραγωγική υγεία.  Όπως και στην σεξουαλική υγεία έτσι και στην αναπαραγωγική υγεία ο ορισμός της περιλαμβάνει την πλήρη σωματική, νοητική και κοινωνική κατάσταση του ατόμου. Ο ΠΟΥ αναφέρει πως οι άνθρωποι με ασφαλή και ικανοποιητική σεξουαλικά ζωή έχουν την ικανότητα να αναπαραχθούν και να αποφασίσουν πότε και πόσο συχνά θα συμβεί αυτό.

Η σεξουαλική υγεία και η αναπαραγωγική υγεία αποτελούν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και συνάμα ο κάθε άνθρωπος δικαιούται σωστή ενημέρωση και ασφαλή πρόσβαση σε οικονομικά και κοινωνικά αποδεκτές υπηρεσίες υγείας.

Πηγή: http://iatrognosi.gr/ViewArticle.aspx?trid=8&tid=53

Τα τελευταία χρόνια η επέκταση της καταναλωτικής πίστωσης, η οικονομική κρίση καθώς και η αύξηση των τιμών των αγαθών και των υπηρεσιών σε συνδυασμό με την μείωση των εργασιακών αποδοχών έχουν οδηγήσει πολλούς καταναλωτές στην κατάσταση της υπερχρέωσης.
Η υπερχρέωση είναι ένα σύνθετο κοινωνικοοικονομικό φαινόμενο, το οποίο έχει λάβει τέτοιες διαστάσεις ώστε να αποτελεί ένα νέο επίμονο κοινωνικό πρόβλημα. Επηρεάζει δηλαδή τόσο τα άτομα όσο και την κοινωνία συνολικά.
Αναζητώντας την σχέση μεταξύ υπερχρέωσης και υγείας πρωταρχικά διαφαίνεται ότι αποτελεί μία αμφίδρομη σχέση αιτίου-αποτελέσματος. Έτσι ένας υπερχρεωμένος καταναλωτής έχει αυξημένη πιθανότητα να εμφανίσει προβλήματα υγείας, και ένα άτομο που βρίσκεται σε κακή κατάσταση υγείας εμφανίζει πολλές πιθανότητες να βρεθεί αντιμέτωπο με την υπερχρέωση.
Στον πρώτο άξονα κύρια θέση στην βιβλιογραφία και στα ερευνητικά έργα καταλαμβάνει η εμφάνιση προβλημάτων ψυχικής υγείας ως αποτέλεσμα της υπερχρέωσης. Συνηθέστερα η συσσώρευση χρεών προκαλεί συμπτώματα κατάθλιψης που είναι η απόρροια του συνεχούς στρες, των μειωμένων κοινωνικών και εργασιακών ευκαιριών και του κοινωνικού στιγματισμού που «συνοδεύει» την υπερχρέωση. Σε έρευνα που διεξήχθη στο Ηνωμένο Βασίλειο με στόχο την σύνδεση υπερχρέωσης και επιπέδου υγείας βρέθηκε ότι τα προβλήματα χρέους μπορεί να οδηγήσουν σε κατάθλιψη, χωρισμό και έντονες οικογενειακές διαμάχες.
Στον δεύτερο άξονα της σχέσης η αναπηρία εμφανίζεται ο κύριος παράγοντας εμφάνισης προβλημάτων χρέους.
Σύμφωνα με τον Kober τα χρέη οξύνουν τον κοινωνικό αποκλεισμό των ατόμων με αναπηρία. Ο φαύλος κύκλος της εγκατάλειψης της εργασίας εξαιτίας μίας αναπηρίας αναλύεται καθώς οδηγεί σε παθητική συσσώρευση χρεών που ως συνέπεια έχει την εμφάνιση άγχους και κατάθλιψης που επιδεινώνει περαιτέρω το πρόβλημα αναπηρίας οδηγώντας έτσι σε νέο κύκλο εργασιακού αποκλεισμού. Επίσης, τα κέντρα ψυχικής υγείας στην Ουαλία αναφέρουν ότι οι περισσότεροι ασθενείς αντιμετωπίζουν καταστάσεις αυξημένων χρεών.
Η υπερχρέωση δεν θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένα απλό οικονομικό ζήτημα, καθώς οι κοινωνικές του προεκτάσεις και η αποδεικνυόμενη σύνδεση της με το επίπεδο υγείας του πληθυσμού πρέπει να οδηγήσει σε νέα διεπιστημονικά και αποτελεσματικότερα μέτρα αντιμετώπισης.
ΠΗΓΕΣ
Ø  Susan Mably & Nathan Jones : «The Links between Over-Indebtedness and Health in Wales»
Ø  Kober, C. In the balance: disabled people’s experiences of debt, Leonard Cheshire 2005

 

Πολλοί ερευνητές εκλαμβάνουν, πλέον, την κοινωνική θέση ως την θεμελιώδη αιτία προσδιορισμού της υγείας[1], καθώς η κοινωνική διαφοροποίηση και οι πολλαπλές διαστάσεις ή μεταβλητές της αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για το επίπεδο υγείας και τους τύπους νοσηρότητας σε μία κοινωνία[2].

Το πλαίσιο της πολιτικής οικονομίας της υγείας, λειτουργώντας υπό μία μαρξιστική οπτική θέασης, αναδεικνύει την επίδραση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής καθώς και της εκμετάλλευσης των εργαζομένων στον προσδιορισμό του επιπέδου υγείας τους και στη διαφοροποίηση της κατάστασης υγείας μεταξύ των κοινωνικών τάξεων (με όρους επαγγελματικής κατηγορίας).

Σύμφωνα, με τους Doyal και Pennell[3], η καπιταλιστική ανάπτυξη έχει συντελέσει στη δημιουργία νέων ασθενειών και συνάμα έχει συνδράμει στην επαύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων στην υγεία. Και ενώ η ανάλυση του κοινωνικού γίγνεσθαι αποκλειστικά με όρους κοινωνικών τάξεων εμφανίζει ορισμένα μειονεκτήματα[4], στην ανάλυση των δύο συγγραφέων ο καπιταλισμός εμφανίζεται να «ενοχοποιείται» τόσο για την γενικότερη επιδημιολογική μετάβαση (από τις μολυσματικές, μεταδοτικές στις μη-μεταδοτικές παθήσεις) όσο και για την ενίσχυση των ανισοτήτων στην υγεία ανά επαγγελματική κατηγορία υπό την εξής γραμμή σκέψης:

  • οι κατώτερες κοινωνικοεπαγγελματικές τάξεις είναι εκτεθειμένες σε πολύ πιο ανθυγιεινές, ακόμη και άμεσα επικίνδυνες, συνθήκες εργασίας (σοβαρά εργατικά ατυχήματα, αφόρητες επαγγελματικές ασθένειες, μεταφορά μολύνσεων από επικίνδυνα χημικά στοιχεία του χώρου εργασίας (εργοστάσια) στα μέλη των οικογενειών των εργαζομένων), έχουν περιορισμένους οικονομικούς πόρους ώστε να έχουν μία ισορροπημένη και υγιεινή διατροφή, έχουν λιγότερες υγειονομικές γνώσεις, έχουν περιορισμένη πρόσβαση στις υγειονομικές υπηρεσίες, είναι περισσότερο εκτεθειμένες στον επηρεασμό από το marketing των προϊόντων καπνού, αλκοόλ και ανθυγιεινών τροφίμων και βιώνουν το καταστροφικό άγχος της επιβίωσης της καθημερινότητας.


[1] Graham Hilary, Kelly P. Michael, «Health Inequalities, concepts, frameworks and policy», (2004), NHS, Health Development Agency, United Kingdom URL: http://dds-dispositivoglobal.ops.org.ar/curso/cursoport/Textos%20Completos/health%20inequalities_concepts,%20framework%20and%20policy.pdf  (πρόσβαση στις 2/12/2011).

[2] Graham Hilary, Kelly P. Michael, «Health Inequalities, concepts, frameworks and policy», (2004), NHS, Health Development Agency, United Kingdom URL: http://dds-dispositivoglobal.ops.org.ar/curso/cursoport/Textos%20Completos/health%20inequalities_concepts,%20framework%20and%20policy.pdf  (πρόσβαση στις 2/12/2011).

[3] Doyal Lesley, Pennell Imogen, The Political Economy of Health, London (Pluto Press) 1981, 1-95.

[4] Σύμφωνα με την βεμπερική παράδοση η έννοια της κοινωνικής στρωμάτωσης προσδιορίζεται από τις δυνατότητες πρόσβασης του ατόμου στην αγορά ενώ η ταξική κατάσταση δεν οδηγεί απαραίτητα σε κοινωνική δράση και σε κοινά συμφέροντα, βλέπε Μοσχονάς Ανδρέας, Τάξεις και Στρώματα στις Σύγχρονες ΚοινωνίεςΤόμος Πρώτος: Ερμηνευτικές Προσεγγίσεις, Αθήνα (Εκδόσεις Οδυσσέας) 1998, 33-40.

Η έννοια της κοινωνικής υγείας είναι σαφώς λιγότερο γνωστή από τις έννοιες της σωματικής και ψυχικής υγείας, όμως σύμφωνα και με τον ολιστικό ορισμό περί υγείας του Π.Ο.Υ διαμορφώνει – σε συνδυασμό με την σωματική και ψυχική υγεία – έναν από τους τρεις πυλώνες των περισσότερων ορισμών και εννοιολογήσεων περι υγείας.

Αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι η κοινωνική υγεία μπορεί να αναφέρεται τόσο σε ένα χαρακτηριστικό μίας κοινωνίας όσο και στων ατόμων που την απαρτίζουν.

 «Μία κοινωνία είναι υγιής όταν υφίσταται για όλους η ισότητα των ευκαιριών, και η πρόσβαση στα αγαθά και τις υπηρεσίες που είναι απαραίτητα για την πλήρη λειτουργικότητα του ατόμου ως πολίτη είναι καθολική» (Russell 1973, p. 75).

Οι δείκτες υγείας μίας κοινωνίας μπορούν να περιλαμβάνουν την εφαρμογή των νόμων, την ισότητα στην αναδιανομή του πλούτου, την δημόσια προσβασιμότητα στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και το επίπεδο του κοινωνικού κεφαλαίου.

Η κοινωνική υγεία των ατόμων αναφέρεται στην διάσταση της ευημερίας του ατόμου η οποία περιλαμβάνει την ποιότητα των σχέσεων του με τα άλλα άτομα, το πώς τα άλλα άτομα αλληλεπιδρούν με εκείνον/εκείνη και τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αλληλεπιδρά με τους κοινωνικούς θεσμούς και τα κοινωνιακά ήθη » (Russell 1973, p. 75). Ο συγκεκριμένος ορισμός είναι ευρύς – καθώς περιλαμβάνει στοιχεία τόσο της προσωπικότητας όσο και κοινωνικές δεξιότητες, αντανακλά την επίδραση των κοινωνικών κανονιστικοτήτων και έχει στενή σχέση με έννοιες όπως η ευημερία, η προσαρμογή και η κοινωνική λειτουργικότητα. 

Η επίσημη οριοθέτηση της έννοιας της κοινωνικής υγείας ήρθε ως απότοκος της συμπερίληψης της από τον Π.Ο.Υ στον επίσημο-ολιστικό ορισμό περί υγείας το 1974, και στην έντονη έμφαση στο γεγονός ότι το θεραπευτικό πλαίσιο πρέπει να λαμβάνει υπόψιν του ότι οι ασθενείς αποτελούν κοινωνικά όντα τα οποία ζουν υπό ένα σύνθετο κοινωνικό πλαίσιο.

Η Κοινωνική Υγεία έχει λάβει έντονη προσοχή εξαιτίας και των συνεχόμενων και αυξανόμενων επιστημονικών αποδείξεων ότι τα άτομα που έχουν υψηλό δείκτη ενσωμάτωσης στις κοινότητές τους τείνουν να ζουν περισσότερο και να αναρρώνουν γρηγορότερα από πιθανές ασθένειες. Κατά αυτόν τον τρόπο, η κοινωνική υγεία μπορεί να οριστεί με τους όρους της κοινωνικής προσαρμογής και της κοινωνικής υποστήριξης.

Οι ορισμοί της κοινωνικής υγείας υπο όρους κοινωνικής προσαρμογής απορρέουν από την κοινωνιολογία και τη ψυχιατρική.

Το χαμηλό επίπεδο κοινωνικής προσαρμογής αποτελεί μία κοινή ένδειξη μίας νευρωτικής πάθησης, και η κοινωνική προσαρμογή μπορεί να χρησιμεύσει ως εργαλείο παρακολούθησης της πορείας του αποτελέσματος μίας ψυχοθεραπείας. Βεβαίως, η ίδια η έννοια της προσαρμογής ποικίλλει ανά πολιτισμούς οπότε δεν αποτελεί μία καθολική εκτίμηση του προσδιορισμού της κοινωνικής υγείας.

Τέλος, η αμοιβαία κοινωνική υποστήριξη μέσα από τα στενά οικογενειακά, συγγενικά και φιλικά δίκτυα αποτελεί έναν ξεκάθαρο δείκτη της κοινωνικής υγείας, καθώς τα άτομα που βιώνουν αυτές τις σχέσεις αμοιβαιότητας τείνουν να έχουν μεγαλύτερη ικανοποίηση από την καθημερινή ζωή και να ζουν με μικρότερο βαθμό άγχους.

Το κοινωνικό κεφάλαιο, επίσης , μπορεί να αποτελέσει έναν σημαντικό δείκτη της συνεκτικότητας μίας κοινωνίας ή κοινότητας και  η επιστημονική συζήτηση περιστρέφεται πλέον γύρω από το ζήτημα της διασύνδεσης της επίδρασης του κοινωνικού κεφαλαίου στις ανισότητες υγείας (και ειδικότερα στη μείωση τους).

Πηγή : http://www.answers.com/topic/social-health#ixzz1wxPYng65

Το άγχος είναι ξεκάθαρα μέρος της ανθρώπινης κατάστασης. Εξαιτίας της παγκόσμιας εμφανισιμότητάς του, το άγχος δεν εξετάζεται σε σχέση με την παρουσία του ή την απουσία του, αλλά προτιμότερα σύμφωνα με την ένταση του και την επίδραση που έχει στα άτομα (Susan Cartwright,Gary L.Cooper,1997).

Το άγχος είναι ένα έντονα προσωπικό και υποκειμενικό συναίσθημα. Κάτι που αποτελεί μια ενδιαφέρουσα πρόκληση για ένα άτομο, σε κάποιο άλλο μπορεί να προκαλέσει νευρικό κλονισμό. Επειδή το άγχος είναι ένα πολύ κοινό στοιχείο στους ανθρώπους, μπορεί πολύ εύκολα να θεωρηθεί αναπόσπαστο στοιχείο της ανθρώπινης υπόστασης (Ρομπερτ Ντε Μπορντ,1983).

Ο Melhuish (1978), ο οποίος είναι γιατρός με ειδίκευση στις ασθένειες που σχετίζονται με το άγχος, υπέδειξε ότι το άγχος είναι το προιόν πολλών χιλιάδων χρόνων εξέλιξης, και η ανθρώπινη επιβίωση σε ένα εχθρικό περιβάλλον απαιτούσε μία γρήγορη σωματική αντίδραση στους κινδύνους.

Mε άλλα λόγια,το σώμα “ανέπτυσσε την ικανότητα να επανακτά δυνάμεις” για ένα σύντομο χρονικό διάστημα.

Αυτή η κινητοποίηση των δυνάμεων είναι η αντίδραση μάχης ή φυγής. ”Ο πρωτόγονος άνθρωπος ξόδευε αυτή την έκρηξη ενέργειας και δύναμης στην σωματική δραστηριότητα, όπως είναι μία πάλη ζωής και θανάτου με ένα άγριο ζώο”(Susan Cartwright,Gary L.Cooper,1997).

Οι σύγχρονοι άνθρωποι αντιδρούμε στον κίνδυνο κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, όπως έκαναν και οι πρόγονοί μας μισό εκατομμύριο χρόνια πριν. Το άγχος είναι η ανθρώπινη αντίδραση στον κίνδυνο. Αυτός ο κίνδυνος μπορεί να είναι αληθινός ή φανταστικός, αλλά αν το άτομο νιώθει ότι απειλείται για οποιονδήποτε λόγο, θα αισθανθεί όλες ή κάποιες από τις σωματικές αντιδράσεις.

Η καρδιά χτυπάει γρηγορότερα, για να μεταφέρει αρκετό οξυγόνο στους μυικούς ιστούς. Οι μύες «τεντώνονται», ώστε να είναι έτοιμοι για γρήγορη δράση. Η αδρεναλίνη διοχετεύεται στο αίμα, ώστε να βοηθήσει την πήξη του αίματος σε περίπτωση που ο άνθρωπος τραυματιστεί.

Αν ο κίνδυνος είναι εμφανής και άμεσος, θα αντιδράσει κατά τον πρωτόγονο εκείνο τρόπο. (Ρομπερτ Ντε Μπορντ,1983)

Όμως κατά το μεγαλύτερο μέρος του, ο σημερινός τρόπος ζωής δεν επιτρέπει σωματική αντίδραση στις αγχογόνες καταστάσεις που αντιμετωπίζουμε. Η επίθεση κατά του αφεντικού, το να χτυπήσει κάποιος τον δάσκαλο βιολογίας ο οποίος αρνήθηκε να δεχτεί καθυστερημένη εργασία, δεν είναι λύσεις που επιτρέπονται από την σημερινή κοινωνία.

Τη σήμερον ημέρα, ακόμα και η μη επιθετική αντίδραση “φυγής” δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί πρέπουσα στις περισσότερες περιπτώσεις .

Οι πάρα πολύ εξελιγμένοι μηχανισμοί άμυνας μας προετοιμάζουν για δραστική και υπερταχεία δράση αλλά βρίσκουν σπάνια διέξοδο αλλιώς.

Όμως πότε και γιατί το άγχος είναι επιβλαβές;

Αυτή η σπατάλη της σωματικής απάντησης στο άγχος μπορεί να μας βλάψει.

Παρ’όλο που οι επιστήμονες δεν καταλαβαίνουν πλήρως αυτή την διαδικασία, πολλοί πιστεύουν ότι οι σκέψεις που αφορούν τους εαυτούς μας και τις καταστάσεις τις οποίες ζούμε προκαλούν ενέργειες στους δύο κλάδους του αυτόνομου νευρικού μας συστήματος (Susan Cartwright,Gary L.Cooper,1997).

 

Ο Foucault, στην ανάλυσή του για τον ρόλο της ιατρικής στον επικαθορισμό της κοινωνικής κανονιστικότητας[1] τοποθετεί την έννοια του υγιούς άνδρα (sic) στον καθορισμό ενός άνδρα (sic)–πρότυπο.

Η ιατρική και, ειδικότερα, η θετική εννοιολόγηση της υγείας, καθορίζουν μέσω κανονιστικών προτύπων τις σχέσεις των ανθρώπων με το κοινωνικό τους περιβάλλον και λειτουργούν ως θύλακες κοινωνικού ελέγχου.

Η κύρια διαφοροποίηση μεταξύ φυσιολογικού και παθολογικού, σύμφωνα με την βιολογική προσέγγιση, τοποθετείται ιστορικά από τον Foucault στον 19ο αιώνα (στο παράδειγμα της Γαλλίας εστιάζεται η ανάλυσή του) όπου και εγκαθιδρύθηκε και ισχυροποιήθηκε η έννοια της «κανονιστικής υγείας» ή κανονιστικότητας σε αντιδιαστολή με την έννοια της υγείας του 18ου αιώνα.

Κατά τον 18ο αιώνα, ο καθορισμός της υγείας ή της ασθένειας δεν ξεκινούσε από την ανάλυση της «τυπικής» (regular) λειτουργίας τους οργανισμού (κανονιστική υγεία) αλλά εντόπιζε την ασθένεια στις χαμένες ιδιότητες του σθένους, της ευλυγισίας και της ρευστότητας.

Ο Foucault εντοπίζει στην ιατρική-κλινική ματιά (medical gaze) την εισχώρηση του ιατρικού-επιστημονικού και επαγγελματικού κλάδου στην ζωή των ασθενών και ειδικότερα την ηγεμονία της ιατρικής ως μία νέα βιοεξουσία και βιολογικό έλεγχο.


[1] Βλέπε το πολύ σημαντικό έργο του Foucault για τον προσδιορισμό της επικυριαρχίας και εξουσίας του ιατρικού λόγου επί του κοινωνικού βίου: Foucault Michel, The Birth of the Clinic – An archaeοlogy of medical perception, Great Britain (Routledge) 1989, 40-41.

  Η συμπεριφοριστική συμβουλευτική είναι η συμβουλευτική που εφαρμόζει διάφορες τεχνικές που συνδέονται ή προέρχονται από την θεωρία της μάθησης. Με στόχο να τροποποιήσει συγκεκριμένες απροσάρμοστες συμπεριφορές. (Patterson, 1973).

 Η συμπεριφοριστική θεωρία πρεσβεύει ότι η συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα μάθησης. Πιστεύει αποδεχόμενη τη θεωρία του John Locke πως ο άνθρωπος κατά την γέννηση του είναι tabula rasa, άγραφος χάρτης, ούτε καλός ούτε κακός. Καθώς το άτομο μαθαίνει να αντιδρά στο περιβάλλον του διαμορφώνεται η συμπεριφορά και η προσωπικότητα του.

 Σύγχρονες απόψεις (όπως αυτές των Skinner, Wolpe και Bandura) πρεσβεύουν πως μια σημαντική δύναμη διαμόρφωσης της προσωπικότητας του ανθρώπου είναι ο περιβαλλοντικός ντετερμινισμός στην πιο στενή του έννοια (Evans 1968).

 Βέβαια και η κληρονομικότητα καθώς και η αλληλεπίδραση κληρονομικότητας και περιβάλλοντος επιδρούν στην συμπεριφορά του ανθρώπου.

 Αλλά αφού δεν είμαστε σε θέση να ελέγξουμε τη κληρονομικότητα χειριζόμαστε κατάλληλα το περιβάλλον για να τροποποιήσουμε την συμπεριφορά. Η ανθρώπινη προσωπικότητα αποτελείται τόσο από θετικές όσο και από αρνητικές συνήθειες. Και οι δυο μαθαίνονται κατά τον ίδιο τρόπο. Η κοινωνία ή η περίσταση μέσα στην οποία εκδηλώνεται η συμπεριφορά καθορίζει αν αυτή αρμόζει ή δεν αρμόζει. Επομένως η ανάρμοστη συμπεριφορά διαφέρει από την αρμόζουσα όχι ως προς τον τρόπο που αποκτήθηκε και μαθεύτηκε αλλά ως προς το πόσο φαίνεται ανάρμοστη στους παρατηρητές της.

Η θεραπεία της συμπεριφοράς βασίζεται στη θεωρία ότι τα συναισθηματικά προβλήματα αναπτύσσονται γιατί ο άνθρωπος δεν κατάφερε να μάθει αποτελεσματικούς τρόπους αντίδρασης σε ορισμένες περιστάσεις (αποτελεσματικές σύμφωνα με τα πρότυπα της κοινωνίας).

Επομένως υπάρχει ένα πρόβλημα μάθησης που μπορεί κανείς να επιλύσει εφαρμόζοντας τις βασικές τεχνικές της μάθησης. Δεν χρειάζεται να εισχωρήσει στο ασυνείδητο ή να προκαλέσει ενόραση ή να αλλάξει την προσωπικότητα του πελάτη. Το μόνο που πρέπει να κάνει είναι να αναθεωρήσει την συμπεριφορά του και να εξαλείψει τα συμπτώματα. Οι συμπεριφοριστές απορρίπτουν την ιδέα της ψυχικής ασθένειας και ανάγουν την αποκλίνουσα συμπεριφορά σε μη αποτελεσματικούς τρόπους εκμάθησης συμπεριφοράς.

 Ιωάννης Φίλης

BAsc Communications – Αμερικάνικο Κολλέγιο Ελλάδος – Deree

Φύλο και Υγεία

  Οι ανισότητες υγείας κατά φύλο έχουν αποτελέσει μία έντονη πηγή κοινωνιολογικού ερευνητικού ενδιαφέροντος από τις αρχές της δεκαετίας του ‘70[1].

Έκτοτε, πολλές έρευνες και μελέτες έχουν τεκμηριώσει ότι υφίστανται έμφυλες υγειονομικές ανισοτήτες, και πιο συγκεκριμένα αποδείχτηκε ότι οι γυναίκες εμφανίζουν μικρότερα επίπεδα θνησιμότητας και μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής από τους άνδρες ενώ παράλληλα εμφανίζουν μεγαλύτερα επίπεδα νοσηρότητας καθώς και μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης οποιασδήποτε αναπηρίας[2].

Πολύ σημαντική για την έρευνα των έμφυλων ανισοτήτων στην υγεία είναι η διάκριση μεταξύ βιολογικού φύλου (sex) και κοινωνικού φύλου (gender). Η έννοια του βιολογικού φύλου παραπέμπει στην γενετική και ορμονική κατασκευή των ατόμων και στην ανάπτυξη από αυτήν της βιολογικής-γενετικής βάσης των δευτερεύοντων φυσικών χαρακτηριστικών των ατόμων[3] – για τις γυναίκες τα χρωμοσώματα ΧΧ και για τους άντρες τα χρωμοσώματα ΧΥ – ενώ η έννοια του κοινωνικού φύλου παραπέμπει στην έννοια της κοινωνικής κατασκευής των κοινωνικών και πολιτισμικών ρόλων[4], των κοινωνικών εμπειριών, προσδοκιών και υποχρεώσεων καθώς και των εμπειριών από την οικογενειακή ζωή, την αγορά εργασίας, από τους επαγγελματικούς χώρους[5] και την ευρύτερη κοινωνική θέση και υπόσταση η οποία ορίζεται και καθορίζεται συχνά υπό την ηγεμονία μίας πατριαρχικής κοινωνικής οργάνωσης.

Το πλέον καίριο ζήτημα που εμφανίζεται στην σύγχρονη ερευνητική πραγματικότητα είναι η αναζήτηση της αιτιολογίας των έμφυλων υγειονομικών ανισοτήτων όχι μόνο στη βιολογική διαφοροποίηση ή στη κοινωνική διαφοροποίηση και κοινωνική κατασκευή, αλλά στην «διαπλοκή» των δύο παραγόντων.

Ερευνητές πλέον υποστηρίζουν ότι τόσο η βιολογική εξήγηση όσο και η κοινωνική εξήγηση παράγουν, εάν δεν χρησιμοποιηθούν συνδυαστικά, απλουστευτικές ερμηνείες για το φαινόμενο των υγειονομικών ανισοτήτων κατά φύλο[6].

 


[1] Βλέπε Annandale Ellen, Hunt Kate, Gender Inequalities in Health, Buckingham (Open University Press) 2000,1.

 [2] Για τη σύνδεση φύλου και αναπηρίας βλέπε Doblhammer Gabriele, Hoffmann Rasmus, Muth Elena, Westphal Christina, Kruse Anne, «A systematic literature review of studies analyzing the effects of sex, age, education, marital status, obesity and smoking on health transitions», Vol 20-5, (2009), Demographic Research, pp. 38-58, Published by: the Max Planck Institute for Demographic Research.

 [3] Βλέπε Pollard M. Tessa, Hyatt Brin Susan, Sex, Gender and Health, Cambridge (Cambridge University Press), 1999, 2.

 [4] Βλέπε Annandale Ellen, Hunt Kate, Gender Inequalities in Health, Buckingham (Open University Press) 2000, 1 καθώς και Pollard M. Tessa, Hyatt Brin Susan, Sex, Gender and Health, Cambridge (Cambridge University Press), 1999, 2.

[5] Βλέπε Annandale Ellen, Hunt Kate, Gender Inequalities in Health, Buckingham (Open University Press) 2000, 3-12.

 [6] Bird E. Chloe, Rieker P. Patricia, Gender and Health – The Effects of Constrained Choices and Social Policies, Cambridge (Cambridge University Press) 2008, 16-17.

  »Ένα βιβλίο πολιτικής στάσης αλλά και κοινωνιολογικής ανάλυσης για την ρύθμιση του τρόπου ζωής μας»

 Το συγκεκριμένο βιβλίο από τον γενικό ιατρό και συγγραφέα Michael Fitzpatrick αποτελεί ένα εξαιρετικό και στοχευμένο βιβλίο πολιτικής ανάλυσης που δεν περιορίζεται μόνο σε υγειονομικά θέματα ή θέματα πολιτικής υγείας αλλά ακολουθεί μία φουκωική προσέγγιση στον νέο προσδιορισμό της κρατικής επιτήρησης και παράλληλης ρύθμισης της ατομικής συμπεριφοράς.
Αναλύοντας εκτενώς τις πολιτικές των Νέων Εργατικών στην Αγγλία κατά την δεκαετία του 90 και αντιπαραθέτοντας έγκυρες επιστημονικές μελέτες αποδεικνύει την αυξημένη κρατική παρέμβαση και κυβερνητική ρύθμιση των ατομικών συμπεριφορών αναφορικά με θέματα υγείας.
  Οι γιατροί αναδεικνύονται σταδιακά ως οι λειτουργοί της ορθής κοινωνικής συμπεριφοράς και υπευθυνότητας των ατόμων και οι πολιτικές προαγωγής της υγείας ενοχοποιούνται από τον συγγραφέα ως μία υπερδιογκούμενη στρατηγική που φεύγει από τα αυστηρά επιστημονικά όρια της θεραπείας της ασθένειας και μετατρέπεται σε ένα αέναο κυνηγητό της διατήρησης ενός «καλού επιπέδου υγείας».
 Ο Fitzpatrick μέσω μίας πειστικότατης επιχειρηματολογίας αναδεικνύει την ιατρικοποίηση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής στην Μεγάλη Βρετανία και συνδέει την έννοια της ατομικής ευθύνης που εδράζεται στον νεοφιλελευθερισμό με την ατομική ευθύνη των ατόμων για την προαγωγή της υγείας τους.
Η ατομική αυτή ευθύνη όμως διαπλέκεται με την έντονη κρατική παρέμβαση, και η τελευταία δημιουργεί και συντηρεί αδικαιολόγητους φόβους και ανησυχίες για την υγεία και την αρρώστια μέσω εκκοφαντικών ενεργειών και εκστρατειών φόβου από τα ΜΜΕ.
Απαραίτητο βιβλίο για όσους θέλουν να αντιληφθούν καλύτερα τις συνθήκες και τις πρακτικές υπό τις οποίες σταδιακά ρυθμίζεται και »χαλιναγωγείται» ο τρόπος ζωής μας

Η υγεία ως εμπόρευμα συμπορεύεται με την έννοια του καταναλωτισμού στην υγεία[1].  Η έννοια του καταναλωτισμού στην υγεία, και ειδικότερα αυτή του καταναλωτή υπηρεσιών υγείας έχει μία τριπλή αιτιολογία:

  1.                    Η νεοφιλελευθεροποίηση της υγείας από τις αρχές της δεκαετίας του 80 μετέφερε την έννοια του καταναλωτή στις υπηρεσίες υγείας και ενσωμάτωσε «τεχνητά» στην ταυτότητα του ασθενούς την δυνατότητα ελεύθερης επιλογής υπηρεσιών και της ισότιμης συμμετοχής με τους θεράποντες ιατρούς στις αποφάσεις που αφορούν την υγεία του.
  2.                     Δεύτερον, το κίνημα ενδυνάμωσης των χρηστών[2] υπηρεσιών υγείας έθεσε νέες βάσεις στο εγχείρημα της αυτονομίας των ασθενών, το οποίο αν και ιδεολογικά απομακρύνεται από την έννοια του καταναλωτισμού, εντούτοις μετέφερε επίσης στο άτομο την ευθύνη-δυνατότητα επιλογής και συμμετοχής στις αποφάσεις.
  3.                       Η επέκταση του ιδιωτικού τομέα υπηρεσιών υγείας και η συνεπακόλουθη κουλτούρα των διαγνωστικών προληπτικών εξετάσεων, οδήγησαν σε μία κουλτούρα υγειονομικής κατανάλωσης και προτύπων υγείας σε ολόκληρο το φάσμα της κοινωνικής στρωμάτωσης, δημιουργώντας μία «άτυπη» νέα αγορά υγείας υπό τον συνδυασμό ενός άκρατου νεοφιλελευθερισμού και ενός ρεύματος παρέμβασης στις επιλογές τους τρόπου ζωής των ανθρώπων[3], με στόχο την υψηλή κερδοφορία και τον κοινωνικό έλεγχο.

 


[1] Βλέπε σχετικά Malin Nigel, Stephen Wilmot, Manthorpe Jill, Key Concepts and Debates in Health and Social Policy, Chapter Four: Consumerism and Empowerment, Berkshire (Open University Press) 2002, 51-65.

[2] Ο Adams συνόψισε την έννοια της ενδυνάμωσης των χρηστών στα εξής πέντε σημεία:

– στην συμμετοχή των χρηστών στην ανάπτυξη των υπηρεσιών.

– η αυτοαξιολόγηση της κατάστασης υγείας των χρηστών ως σημείο-κλειδί της αυτονομίας τους.

– βήμα λόγου προς τους χρήστες για τον τρόπο με τον οποίο οι υπηρεσίες σχεδιάζονται, διαχειρίζονται και παρέχονται.

– έλεγχος και συμβουλευτική από τους χρήστες για τον τρόπο διανομής των πόρων.

– συνεισφορά των χρηστών στην αξιολόγηση των υπηρεσιών.

Βλέπε  Malin Nigel, Stephen Wilmot, Manthorpe Jill, Key Concepts and Debates in Health and Social Policy, Chapter Four: Consumerism and Empowerment, Berkshire (Open University Press) 2002, 61.

[3] Fitzatrick Michael, Η τυραννία της υγείας – Οι γιατροί και οι κανόνες για τον σύγχρονο τρόπο ζωής, Αθήνα (Εκδόσεις Πολύτροπον) 2004.