Tag Archive: ΥΓΕΙΑ


 

Ο Foucault, στην ανάλυσή του για τον ρόλο της ιατρικής στον επικαθορισμό της κοινωνικής κανονιστικότητας[1] τοποθετεί την έννοια του υγιούς άνδρα (sic) στον καθορισμό ενός άνδρα (sic)–πρότυπο.

Η ιατρική και, ειδικότερα, η θετική εννοιολόγηση της υγείας, καθορίζουν μέσω κανονιστικών προτύπων τις σχέσεις των ανθρώπων με το κοινωνικό τους περιβάλλον και λειτουργούν ως θύλακες κοινωνικού ελέγχου.

Η κύρια διαφοροποίηση μεταξύ φυσιολογικού και παθολογικού, σύμφωνα με την βιολογική προσέγγιση, τοποθετείται ιστορικά από τον Foucault στον 19ο αιώνα (στο παράδειγμα της Γαλλίας εστιάζεται η ανάλυσή του) όπου και εγκαθιδρύθηκε και ισχυροποιήθηκε η έννοια της «κανονιστικής υγείας» ή κανονιστικότητας σε αντιδιαστολή με την έννοια της υγείας του 18ου αιώνα.

Κατά τον 18ο αιώνα, ο καθορισμός της υγείας ή της ασθένειας δεν ξεκινούσε από την ανάλυση της «τυπικής» (regular) λειτουργίας τους οργανισμού (κανονιστική υγεία) αλλά εντόπιζε την ασθένεια στις χαμένες ιδιότητες του σθένους, της ευλυγισίας και της ρευστότητας.

Ο Foucault εντοπίζει στην ιατρική-κλινική ματιά (medical gaze) την εισχώρηση του ιατρικού-επιστημονικού και επαγγελματικού κλάδου στην ζωή των ασθενών και ειδικότερα την ηγεμονία της ιατρικής ως μία νέα βιοεξουσία και βιολογικό έλεγχο.


[1] Βλέπε το πολύ σημαντικό έργο του Foucault για τον προσδιορισμό της επικυριαρχίας και εξουσίας του ιατρικού λόγου επί του κοινωνικού βίου: Foucault Michel, The Birth of the Clinic – An archaeοlogy of medical perception, Great Britain (Routledge) 1989, 40-41.

Advertisements

Φύλο και Υγεία

  Οι ανισότητες υγείας κατά φύλο έχουν αποτελέσει μία έντονη πηγή κοινωνιολογικού ερευνητικού ενδιαφέροντος από τις αρχές της δεκαετίας του ‘70[1].

Έκτοτε, πολλές έρευνες και μελέτες έχουν τεκμηριώσει ότι υφίστανται έμφυλες υγειονομικές ανισοτήτες, και πιο συγκεκριμένα αποδείχτηκε ότι οι γυναίκες εμφανίζουν μικρότερα επίπεδα θνησιμότητας και μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής από τους άνδρες ενώ παράλληλα εμφανίζουν μεγαλύτερα επίπεδα νοσηρότητας καθώς και μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης οποιασδήποτε αναπηρίας[2].

Πολύ σημαντική για την έρευνα των έμφυλων ανισοτήτων στην υγεία είναι η διάκριση μεταξύ βιολογικού φύλου (sex) και κοινωνικού φύλου (gender). Η έννοια του βιολογικού φύλου παραπέμπει στην γενετική και ορμονική κατασκευή των ατόμων και στην ανάπτυξη από αυτήν της βιολογικής-γενετικής βάσης των δευτερεύοντων φυσικών χαρακτηριστικών των ατόμων[3] – για τις γυναίκες τα χρωμοσώματα ΧΧ και για τους άντρες τα χρωμοσώματα ΧΥ – ενώ η έννοια του κοινωνικού φύλου παραπέμπει στην έννοια της κοινωνικής κατασκευής των κοινωνικών και πολιτισμικών ρόλων[4], των κοινωνικών εμπειριών, προσδοκιών και υποχρεώσεων καθώς και των εμπειριών από την οικογενειακή ζωή, την αγορά εργασίας, από τους επαγγελματικούς χώρους[5] και την ευρύτερη κοινωνική θέση και υπόσταση η οποία ορίζεται και καθορίζεται συχνά υπό την ηγεμονία μίας πατριαρχικής κοινωνικής οργάνωσης.

Το πλέον καίριο ζήτημα που εμφανίζεται στην σύγχρονη ερευνητική πραγματικότητα είναι η αναζήτηση της αιτιολογίας των έμφυλων υγειονομικών ανισοτήτων όχι μόνο στη βιολογική διαφοροποίηση ή στη κοινωνική διαφοροποίηση και κοινωνική κατασκευή, αλλά στην «διαπλοκή» των δύο παραγόντων.

Ερευνητές πλέον υποστηρίζουν ότι τόσο η βιολογική εξήγηση όσο και η κοινωνική εξήγηση παράγουν, εάν δεν χρησιμοποιηθούν συνδυαστικά, απλουστευτικές ερμηνείες για το φαινόμενο των υγειονομικών ανισοτήτων κατά φύλο[6].

 


[1] Βλέπε Annandale Ellen, Hunt Kate, Gender Inequalities in Health, Buckingham (Open University Press) 2000,1.

 [2] Για τη σύνδεση φύλου και αναπηρίας βλέπε Doblhammer Gabriele, Hoffmann Rasmus, Muth Elena, Westphal Christina, Kruse Anne, «A systematic literature review of studies analyzing the effects of sex, age, education, marital status, obesity and smoking on health transitions», Vol 20-5, (2009), Demographic Research, pp. 38-58, Published by: the Max Planck Institute for Demographic Research.

 [3] Βλέπε Pollard M. Tessa, Hyatt Brin Susan, Sex, Gender and Health, Cambridge (Cambridge University Press), 1999, 2.

 [4] Βλέπε Annandale Ellen, Hunt Kate, Gender Inequalities in Health, Buckingham (Open University Press) 2000, 1 καθώς και Pollard M. Tessa, Hyatt Brin Susan, Sex, Gender and Health, Cambridge (Cambridge University Press), 1999, 2.

[5] Βλέπε Annandale Ellen, Hunt Kate, Gender Inequalities in Health, Buckingham (Open University Press) 2000, 3-12.

 [6] Bird E. Chloe, Rieker P. Patricia, Gender and Health – The Effects of Constrained Choices and Social Policies, Cambridge (Cambridge University Press) 2008, 16-17.

  »Ένα βιβλίο πολιτικής στάσης αλλά και κοινωνιολογικής ανάλυσης για την ρύθμιση του τρόπου ζωής μας»

 Το συγκεκριμένο βιβλίο από τον γενικό ιατρό και συγγραφέα Michael Fitzpatrick αποτελεί ένα εξαιρετικό και στοχευμένο βιβλίο πολιτικής ανάλυσης που δεν περιορίζεται μόνο σε υγειονομικά θέματα ή θέματα πολιτικής υγείας αλλά ακολουθεί μία φουκωική προσέγγιση στον νέο προσδιορισμό της κρατικής επιτήρησης και παράλληλης ρύθμισης της ατομικής συμπεριφοράς.
Αναλύοντας εκτενώς τις πολιτικές των Νέων Εργατικών στην Αγγλία κατά την δεκαετία του 90 και αντιπαραθέτοντας έγκυρες επιστημονικές μελέτες αποδεικνύει την αυξημένη κρατική παρέμβαση και κυβερνητική ρύθμιση των ατομικών συμπεριφορών αναφορικά με θέματα υγείας.
  Οι γιατροί αναδεικνύονται σταδιακά ως οι λειτουργοί της ορθής κοινωνικής συμπεριφοράς και υπευθυνότητας των ατόμων και οι πολιτικές προαγωγής της υγείας ενοχοποιούνται από τον συγγραφέα ως μία υπερδιογκούμενη στρατηγική που φεύγει από τα αυστηρά επιστημονικά όρια της θεραπείας της ασθένειας και μετατρέπεται σε ένα αέναο κυνηγητό της διατήρησης ενός «καλού επιπέδου υγείας».
 Ο Fitzpatrick μέσω μίας πειστικότατης επιχειρηματολογίας αναδεικνύει την ιατρικοποίηση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής στην Μεγάλη Βρετανία και συνδέει την έννοια της ατομικής ευθύνης που εδράζεται στον νεοφιλελευθερισμό με την ατομική ευθύνη των ατόμων για την προαγωγή της υγείας τους.
Η ατομική αυτή ευθύνη όμως διαπλέκεται με την έντονη κρατική παρέμβαση, και η τελευταία δημιουργεί και συντηρεί αδικαιολόγητους φόβους και ανησυχίες για την υγεία και την αρρώστια μέσω εκκοφαντικών ενεργειών και εκστρατειών φόβου από τα ΜΜΕ.
Απαραίτητο βιβλίο για όσους θέλουν να αντιληφθούν καλύτερα τις συνθήκες και τις πρακτικές υπό τις οποίες σταδιακά ρυθμίζεται και »χαλιναγωγείται» ο τρόπος ζωής μας

Η υγεία ως εμπόρευμα συμπορεύεται με την έννοια του καταναλωτισμού στην υγεία[1].  Η έννοια του καταναλωτισμού στην υγεία, και ειδικότερα αυτή του καταναλωτή υπηρεσιών υγείας έχει μία τριπλή αιτιολογία:

  1.                    Η νεοφιλελευθεροποίηση της υγείας από τις αρχές της δεκαετίας του 80 μετέφερε την έννοια του καταναλωτή στις υπηρεσίες υγείας και ενσωμάτωσε «τεχνητά» στην ταυτότητα του ασθενούς την δυνατότητα ελεύθερης επιλογής υπηρεσιών και της ισότιμης συμμετοχής με τους θεράποντες ιατρούς στις αποφάσεις που αφορούν την υγεία του.
  2.                     Δεύτερον, το κίνημα ενδυνάμωσης των χρηστών[2] υπηρεσιών υγείας έθεσε νέες βάσεις στο εγχείρημα της αυτονομίας των ασθενών, το οποίο αν και ιδεολογικά απομακρύνεται από την έννοια του καταναλωτισμού, εντούτοις μετέφερε επίσης στο άτομο την ευθύνη-δυνατότητα επιλογής και συμμετοχής στις αποφάσεις.
  3.                       Η επέκταση του ιδιωτικού τομέα υπηρεσιών υγείας και η συνεπακόλουθη κουλτούρα των διαγνωστικών προληπτικών εξετάσεων, οδήγησαν σε μία κουλτούρα υγειονομικής κατανάλωσης και προτύπων υγείας σε ολόκληρο το φάσμα της κοινωνικής στρωμάτωσης, δημιουργώντας μία «άτυπη» νέα αγορά υγείας υπό τον συνδυασμό ενός άκρατου νεοφιλελευθερισμού και ενός ρεύματος παρέμβασης στις επιλογές τους τρόπου ζωής των ανθρώπων[3], με στόχο την υψηλή κερδοφορία και τον κοινωνικό έλεγχο.

 


[1] Βλέπε σχετικά Malin Nigel, Stephen Wilmot, Manthorpe Jill, Key Concepts and Debates in Health and Social Policy, Chapter Four: Consumerism and Empowerment, Berkshire (Open University Press) 2002, 51-65.

[2] Ο Adams συνόψισε την έννοια της ενδυνάμωσης των χρηστών στα εξής πέντε σημεία:

– στην συμμετοχή των χρηστών στην ανάπτυξη των υπηρεσιών.

– η αυτοαξιολόγηση της κατάστασης υγείας των χρηστών ως σημείο-κλειδί της αυτονομίας τους.

– βήμα λόγου προς τους χρήστες για τον τρόπο με τον οποίο οι υπηρεσίες σχεδιάζονται, διαχειρίζονται και παρέχονται.

– έλεγχος και συμβουλευτική από τους χρήστες για τον τρόπο διανομής των πόρων.

– συνεισφορά των χρηστών στην αξιολόγηση των υπηρεσιών.

Βλέπε  Malin Nigel, Stephen Wilmot, Manthorpe Jill, Key Concepts and Debates in Health and Social Policy, Chapter Four: Consumerism and Empowerment, Berkshire (Open University Press) 2002, 61.

[3] Fitzatrick Michael, Η τυραννία της υγείας – Οι γιατροί και οι κανόνες για τον σύγχρονο τρόπο ζωής, Αθήνα (Εκδόσεις Πολύτροπον) 2004.

Image

Ο κύριος στόχος των ερευνών υγείας του πληθυσμού είναι να παρέχουν μία περιγραφή της κατάστασης υγείας του. Ο σκοπός είναι να αποκτηθούν πληροφορίες για τις εμπειρίες υγείας, για την ποσότητα χρήσης των υγειονομικών υπηρεσιών, και για τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα φροντίζουν για το επίπεδο υγείας τους υιοθετώντας έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής ή βασιζόμενοι σε προληπτικές ή άλλες υπηρεσίες υγείας.
Πιο συγκεκριμένα, οι στόχοι των ερευνών υγείας μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:
–      περιγραφική απεικόνιση της κατάστασης υγείας, των προβλημάτων υγείας και των συνεπειών του κακού επιπέδου υγείας,
–         περιγραφική απεικόνιση της αναπηρίας και της συμμετοχής των ανάπηρων ατόμων,
–         περιγραφή των προσδιοριστικών παραγόντων της υγείας και του τρόπου ζωής,
–          χρήση των υπηρεσιών υγειονομικής φροντίδας και ανισότητες στην υγεία καθώς και
–           τάσεις που διαφαίνονται σε όλα τα παραπάνω.
Μία έρευνα υγείας αποτελεί έναν από τους «διαύλους» μέσω των οποίων μπορούν να αποκτηθούν τέτοιου τύπου πληροφορίες. Χρησιμοποιώντας ως βάση αυτές τις έρευνες, αξιολογώντας μία μεγάλη ποικιλία προσωπικών, κοινωνικών και υλικών χαρακτηριστικών, συνηθειών και συνθηκών ζωής και καθημερινότητας, οι προσδιοριστικοί παράγοντες της δημόσιας υγείας μπορούν να εντοπισθούν και να παρακολουθηθούν.
Ο απώτερος στόχος μίας έρευνας υγείας είναι να παρέχει ένα εξειδικεύμενο εργαλείο στην διαδικασία λήψης-αποφάσεων κατά τον σχεδιασμό πολιτικής υγείας. Χρησιμεύει στον προσδιορισμό προτεραιοτήτων κατά την ανάπτυξη πολιτικής και στην παρακολούθηση της προόδου του επιπέδου υγείας του πληθυσμού της εκάστοτε χώρας.

Image

Περίπου ο μισός πληθυσμός της Βραζιλίας είναι πλέον υπέρβαρος ή παχύσαρκος, σύμφωνα με κυβερνητική μελέτη της χώρας.

Από το 2006 έως το 2011, η αναλογία των Βραζιλιάνων που ήταν υπέρβαροι αυξήθηκε από το 42.7% στο 48.5%.

Το υπουργείο Υγείας της χώρας χαρακτήρισε την τάση ως ‘ανησυχητική΄, αλλά αναφέρε ότι οι τάσεις δεν αποτελούν άμεσο αποτελέσμα της αυξανόμενης ευμάρειας στη χώρα..

Το υπουργείο προτείνει νέα εκτενή προγράμματα προώθησης της υγιεινής διατροφής και τις αύξησης της σωματικής άσκησης, δηλώνοντας ότι έχει έλθει η στιγμά να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα.

Η μελέτη βασίστηκε σε 54.000 τηλεφωνικές συνεντεύξεις που κάλυψαν τις μεγαλύτερες πόλεις της χώρας καθώς και την Μπραζίλια.

Τα ευρήματα της έρευνας έδειξαν ότι το 52.6% των ανδρών και το 44,7% των γυναικών ήταν υπέρβαροι.

Η αναλογία των παχύσαρκων ατόμων αυξήθηκε από το 11% το 2006 στο 15,8% το 2011.

Το υπουργείο Υγείας αναφέρει ότι η κατανάλωση τροφών με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά είναι η κύρια αιτία, ιδιαίτερα στους άντρες ενώ αντίθετα ο υπουργός Υγείας της χώρας αναφέρει ότι οι διατροφικές συνήθειες των βραζιλιάνων δεν έχουν αλλάξει σημαντικά κατά τα τελευταία έξι χρόνια.

Προγράμματα για την υγεία

Το υπουργείο Υγείας αναφέρει ότι έχει προβεί σε συνεργασίες με μεγάλες εταιρίες τροφίμων ώστε να ελαττωθούν τα επίπεδα λιπαρών στο επεξεργασμένο φαγητό και να προσφερθούν υγιεινότερες εναλλακτικές.

Επίσης, βρίσκονται υπό σχεδίαση μεγάλα προγράμματα που θα αφορούν την υγειονομική εκπαίδευση καθώς και την άθληση σε κοινότητες και σχολεία.

«Έχει φτάσει η στιγμή που πρέπει να δράσουμε ώστε να μη φτάσει η χώρα στα επίπεδα παχυσαρκίας χωρών όπως οι Η.Π.Α όπου περισσότερο από το 20% του πληθυσμού είναι παχύσαρκοι’’ ήταν η επίσημη ανακοίνωση του υπουργείου.

Η παχυσαρκία συνδέεται με πολλά προβλήματα υγείας, όπως ο διαβήτης και οι καρδιαγγειακές παθήσεις και αποτελεί μία σύγχρονη μάστιγων των κοινωνιών του 21ου αιώνα.

 Image

Η χρήση των υπηρεσιών υγείας συναρτάται με τις υγειονομικές ανισότητες ως προς την άνιση κατανομή του επίπεδου των δαπανών και των παροχών σε οποιοδήποτε σύστημα υγείας, που «μεταφράζεται» στην διαφοροποίηση ως προς την κατανάλωση και την προσφορά των υγειονομικών υπηρεσιών[1].

Οι ανισότητες στην χρήση υπηρεσιών εντοπίζονται , έτσι, σε δύο κύριους άξονες: α) σε αυτόν της προσφοράς υπηρεσιών υγείας, με κυριότερα εμπόδια την ύπαρξη χρόνων αναμονής για θεραπεία (λίστες αναμονής) – την γεωγραφική τοποθεσία των υπηρεσιών – το οικονομικό κόστος της υγειονομικής φροντίδας και την έλλειψη επαρκούς πληροφόρησης για την διαθέσιμη φροντίδα, β) σε αυτόν της ζήτησης υπηρεσιών υγείας, με τις μεταβλητές ανισοτήτων να αφορούν το εισόδημα, την ηλικία, το φύλο, την γνώση, τις πεποιθήσεις, τις προτιμήσεις και τις ευκαιρίες[2].

Είναι σημαντικό να τονισθεί ότι τα εμπόδια στην πρόσβαση και στην χρήση των υπηρεσιών υγείας δεν αφορούν πάντα τον άξονα της προσφοράς ή της ζήτησης διαζευκτικά, αλλά συχνά οι δύο άξονες αλληλοδρούν δημιουργώντας έντονες υγειονομικές ανισότητες.

Σε επίπεδο ΕΕ η πρόσβαση στην υγειονομική φροντίδα αποτελεί ένα ζήτημα κλειδί. Έχει κατηγοριοποιηθεί ως μία από τις κοινές αξίες των κρατών-μελών της ΕΕ, όπως συμφωνήθηκε τον Ιούνιο του 2006 από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης[3]. Η πρόσβαση όλων σε κατάλληλη υγειονομική και μακροχρόνια φροντίδα καθώς και η αντιμετώπιση των ανισοτήτων στην πρόσβαση έχει επίσης προταθεί ως ένας κύριος στόχος προτεραιότητας μέσω της Ανοικτής Μεθόδου Συντονισμού για την Κοινωνική Προστασία και την Κοινωνική Ενσωμάτωση[4].


[1] Βλέπε σχετικά Κυριάκος Ν Σουλιώτης (επιμέλεια), Πολιτική και Οικονομία της Υγείας Στρατηγικός Σχεδιασμός-Οργάνωση και Διοίκηση, Οικονομική Λειτουργία- Τομεακές πολιτικές, Αθήνα (Εκδόσεις Παπαζήση) 2006, 46.

 [2] European Commission, Directorate-General for Employment, Social Affairs and Equal Opportunities, «Quality In And Equality Of Access to Healthcare Services», (2008), European Communities, URL: http://www.euro.centre.org/data/1237457784_41597.pdf (πρόσβαση στις 7/12/2011).

[3] European Commission, Directorate-General for Employment, Social Affairs and Equal Opportunities, «Quality In And Equality Of Access to Healthcare Services», (2008), European Communities, URL: http://www.euro.centre.org/data/1237457784_41597.pdf (πρόσβαση στις 7/12/2011).

 [4] European Commission, Directorate-General for Employment, Social Affairs and Equal Opportunities, «Quality In And Equality Of Access to Healthcare Services», (2008), European Communities, URL: http://www.euro.centre.org/data/1237457784_41597.pdf (πρόσβαση στις 7/12/2011).